Κάποτε, σε ένα μικρό χωριό, ζούσε ένας άνθρωπος που είχε ένα όμορφο σπίτι στην άκρη του δρόμου.
Δεν ήταν μεγάλο.
Δεν είχε πλούσια έπιπλα ούτε πολύτιμα πράγματα.
Είχε όμως μια ανοιχτή πόρτα.
Κάθε πρωί ο άνθρωπος φρόντιζε το σπίτι του, τακτοποιούσε την αυλή, πότιζε τα λουλούδια και άναβε ένα μικρό φανάρι δίπλα στην είσοδο.
Κάποιοι χωριανοί τον κορόιδευαν.
— Γιατί τα κάνεις όλα αυτά;
— Ποιος θα έρθει;
Εκείνος χαμογελούσε.
— Δεν ξέρω ποιος θα έρθει. Ξέρω μόνο πως θέλω, όταν έρθει, να βρει την πόρτα ανοιχτή.
Μια μέρα πέρασε από εκεί ένας ηλικιωμένος ταξιδιώτης.
Ήταν κουρασμένος και τα ρούχα του ήταν σκονισμένα από τον δρόμο.
Ο άνθρωπος τον είδε και χωρίς να ρωτήσει πολλά, του είπε:
— Έλα να ξεκουραστείς.
Του έδωσε νερό, λίγο ψωμί και ένα μέρος να καθίσει.
Την άλλη μέρα ο ταξιδιώτης έφυγε ευχαριστημένος.
Ύστερα από λίγο καιρό ήρθε μια γυναίκα που είχε χάσει τον δρόμο της.
Μετά ένας νέος που έψαχνε δουλειά.
Ύστερα ένα παιδί που είχε χαθεί από τους δικούς του.
Και κάθε φορά η πόρτα ήταν εκεί.
Ανοιχτή.
Ο άνθρωπος δεν περίμενε ανταλλάγματα.
Δεν κρατούσε κατάλογο με τις καλές του πράξεις.
Δεν έλεγε:
«Τόσα έδωσα. Τόσα μου χρωστούν.»
Απλώς φρόντιζε ό,τι του είχε εμπιστευθεί ο Θεός.
Τα χρόνια πέρασαν.
Κάποιο βράδυ, καθώς καθόταν μόνος στην αυλή, κοίταξε τα χέρια του.
Είχαν γεράσει.
Και τότε σκέφτηκε:
«Άραγε άξιζε όλη αυτή η προσπάθεια;»
Εκείνη ακριβώς τη στιγμή άκουσε ένα χτύπημα στην πόρτα.
Ήταν ένας άντρας που δεν είχε ξαναδεί.
Ο ξένος στάθηκε μπροστά του και είπε:
— Δεν γνωριζόμαστε. Όμως ο πατέρας μου μού μιλούσε συχνά για σένα.
Ο άνθρωπος τον κοίταξε έκπληκτος.
— Για μένα;
— Ναι. Πριν πολλά χρόνια είχε περάσει από αυτό το σπίτι. Ήταν τότε νέος, μόνος και απελπισμένος. Εσύ του άνοιξες την πόρτα. Του έδωσες ψωμί και του είπες να μην εγκαταλείψει τον δρόμο του.
Ο άνθρωπος σώπασε.
Δεν θυμόταν καν το περιστατικό.
Ο ξένος συνέχισε:
— Ο πατέρας μου δεν ξέχασε ποτέ εκείνη τη βραδιά. Και όταν μεγάλωσα, μου είπε:
«Αν κάποτε βρεις έναν άνθρωπο που χρειάζεται βοήθεια, άνοιξέ του την πόρτα, όπως κάποτε την άνοιξαν σε μένα.»
Τα μάτια του γέροντα γέμισαν δάκρυα.
Τότε κατάλαβε κάτι που τόσα χρόνια δεν είχε δει.
Καμία πράξη αγάπης δεν χάνεται.
Μπορεί να μην επιστρέψει από τον ίδιο άνθρωπο.
Μπορεί να μην τη δεις ποτέ να καρποφορεί.
Μπορεί ακόμη και να ξεχάσεις ότι την έκανες.
Όμως ο Θεός δεν ξεχνά.
Εκείνο το βράδυ, πριν κλείσει την πόρτα, κοίταξε το μικρό φανάρι και χαμογέλασε.
Γιατί κατάλαβε πως δεν του είχε ζητηθεί να αλλάξει ολόκληρο τον κόσμο.
Του είχε ζητηθεί μόνο να είναι πιστός σε ό,τι του εμπιστεύθηκε ο Θεός.
Και αυτό ήταν αρκετό.
Μια σκέψη για την καρδιά
Ίσως κι εσύ να έχεις αναρωτηθεί κάποτε αν αξίζει να κάνεις το καλό όταν κανείς δεν το βλέπει.
Αν αξίζει να βοηθάς, όταν δεν σε ευχαριστούν.
Αν αξίζει να αγαπάς, όταν η αγάπη σου μοιάζει να χάνεται στον δρόμο.
Να θυμάσαι:
Ο Θεός δεν μετρά την αξία μιας πράξης από το πόσοι την είδαν.
Τη βλέπει Εκείνος.
Μπορεί σήμερα να ποτίζεις έναν σπόρο που θα ανθίσει πολύ αργότερα.
Μπορεί μια λέξη που είπες σε κάποιον να γίνει κάποτε η δύναμη που θα τον κρατήσει όρθιο.
Μπορεί μια μικρή πράξη καλοσύνης σου να ταξιδέψει πολύ πιο μακριά απ' όσο θα μπορούσες ποτέ να φανταστείς.
Γι' αυτό μην κουράζεσαι να κάνεις το καλό.
Κράτησε την πόρτα της καρδιάς σου ανοιχτή.
Κράτησε το μικρό σου φανάρι αναμμένο.
Κάνε με αγάπη αυτό που μπορείς.
Και άφησε τον Θεό να φροντίσει τον καρπό.
Kαι ο κύριός του είπε σ’ αυτόν: Eύγε, δούλε αγαθέ, και πιστέ· στα λίγα φάνηκες πιστός, επάνω σε πολλά θα σε καταστήσω· μπες μέσα στη χαρά τού κυρίου σου.
Ματθαίος 25:21
Δεν χρειάζεται να κάνεις μεγάλα πράγματα για να έχει αξία η ζωή σου.
Χρειάζεται να είσαι πιστός στα μικρά πράγματα που ο Θεός σου εμπιστεύεται.
Από το ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΠΕΡΙΒΟΛΙ
Αν αυτή η μικρή παραβολή άφησε μέσα σου έναν σπόρο ελπίδας, κράτησέ τον στην καρδιά σου.
Ο Θεός χαρίζει την αύξηση στους σπόρους που ποτίζονται με πίστη, υπομονή και αγάπη.
Λογοτεχνικό περιβόλι!


0 Σχόλια