ΤΟ ΦΩΣ ΠΟΥ ΠΕΡΝΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΡΩΓΜΕΣ ( Μια ιστορία για τη συγχώρεση και τη θεραπεία της ψυχής) Ι. Το Κρυστάλλινο Άγγιγμα Στο κέντρο ενός παλιού, σιωπηλού σπιτιού, στεκόταν ένα γυάλινο βάζο. Ήταν διάφανο, κεντημένο με λεπτές χρυσές αχτίδες, κι όποιος το κοίταζε ένιωθε τη χάρη της ομορφιάς του. Μα μια μέρα, μέσα στο ανέμελο παιχνίδι των παιδικών χρόνων, το βάζο έπεσε. Η σιωπή του δωματίου ράγισε μαζί με το γυαλί — το βάζο έγινε δεκάδες γυαλιστερά θραύσματα στο πάτωμα. Το παιδί πάγωσε. Με χέρια που έτρεμαν προσπάθησε να ενώσει τα κομμάτια, μα οι ρωγ…
Το Φως που Δεν Σβήνει Ποτέ (Μια αλληγορία για τις σκοτεινές στιγμές της ζωής) 🕯️ Η Ιστορία Σε ένα δωμάτιο βυθισμένο στη σιωπή, τέσσερα κεριά έλιωναν αργά, αφήνοντας το φως τους να τρεμοπαίζει. Η ησυχία ήταν τόσο βαθιά, που αν πλησίαζες, μπορούσες να ακούσεις τον ψίθυρο της φλόγας τους. Το πρώτο κερί, με μια βαθιά ανάσα, είπε: «Εγώ είμαι η ΕΙΡΗΝΗ. Οι άνθρωποι όμως με διώχνουν. Δεν μπορούν να με κρατήσουν στις καρδιές τους, ούτε στον κόσμο τους. Δεν έχει νόημα να καίω πια...» ...και σιγά-σιγά, η φλόγα του χαμήλωσε, ώσπου έσβησε ολοκληρωτικά. …
Στην άκρη ενός ορεινού μονοπατιού υπήρχε ένα μικρό φανάρι. Κάθε βράδυ άναβε για να φωτίζει τον δρόμο των ταξιδιωτών που επέστρεφαν στα σπίτια τους. Δεν ήταν μεγάλο ούτε είχε δυνατό φως. Φώτιζε μόνο λίγα βήματα μπροστά του. Κάθε φορά που ο άνεμος δυνάμωνε και το σκοτάδι απλωνόταν γύρω του, η μικρή φλόγα έτρεμε. «Τι μπορώ να καταφέρω εγώ; » αναρωτιόταν. « Ολόκληρο το βουνό είναι σκοτεινό. Το φως μου δεν φτάνει ούτε μέχρι την επόμενη στροφή. Ίσως να μην έχει κανένα νόημα να μένω αναμμένο». Ένα βράδυ, καθώς έπεφτε πυκνή ομίχλη, ένας ταξιδιώτης ε…
Η ΡΑΦΤΙΣΣΑ ΚΑΙ ΤΟ ΣΚΙΣΜΕΝΟ ΥΦΑΣΜΑ Σ’ ένα μικρό χωριό ζούσε μια ηλικιωμένη ράφτισσα, που είχε περάσει ολόκληρη τη ζωή της διορθώνοντας ό,τι οι άλλοι θεωρούσαν χαλασμένο. Μπαλώματα σε παλτά, σκισμένες τσέπες, ξεφτισμένα μανίκια, φορέματα που είχαν χάσει τη λάμψη τους. Τα χέρια της είχαν γεμίσει ρυτίδες, μα η βελόνα της παρέμενε σταθερή. «Όλα διορθώνονται;» τη ρωτούσαν μερικές φορές. Κι εκείνη χαμογελούσε. «Όχι όλα όπως ήταν πριν. Μα πολλά μπορούν να ξαναγίνουν χρήσιμα, όμορφα και αγαπημένα.» Ένα απόγευμα, μια νεαρή γυναίκα μπήκε στο εργαστήρι…
Στην είσοδο ενός μικρού εργαστηρίου κρεμόταν ένα παλιό χάλκινο καμπανάκι. Κάθε φορά που κάποιος άνοιγε την πόρτα, εκείνο ανήγγελλε την άφιξή του με έναν καθαρό, γλυκό ήχο. Ο τεχνίτης που δούλευε μέσα στο εργαστήριο το αγαπούσε πολύ. Το είχε κληρονομήσει από τον πατέρα του και πίστευε πως ο ήχος του έφερνε χαρά σε κάθε επισκέπτη. Μια μέρα, ένα μικρό αγόρι μπήκε βιαστικά για να προστατευτεί από τη βροχή. Καθώς έκλεινε την πόρτα, το χέρι του μπλέχτηκε στο σκοινί του καμπανακιού. Το καμπανάκι έπεσε στο πέτρινο πάτωμα και ράγισε. Ο ήχος του άλλαξ…
Στην άκρη ενός μικρού μονοπατιού υπήρχε μια παλιά αμυγδαλιά. Τα κλαδιά της είχαν γνωρίσει δυνατούς ανέμους, τα φύλλα της είχαν διψάσει σε καλοκαίρια άνυδρα και ο κορμός της είχε σημαδευτεί από τον χρόνο . Κι όμως, κάθε άνοιξη, χωρίς θόρυβο και χωρίς να ζητά τίποτε από κανέναν, γέμιζε με άνθη. Κάτω από τη σκιά της υπήρχε ένα ξύλινο παγκάκι. Κάθε απόγευμα περνούσε από εκεί ένας ηλικιωμένος άντρας. Καθόταν, άφηνε το μπαστούνι του δίπλα του και κοιτούσε τον ορίζοντα. Δεν έκανε τίποτε σπουδαίο. Δεν προσπαθούσε να λύσει τα προβλήματα του κόσμου.…
Στην άκρη ενός μικρού πάρκου υπήρχε ένα παλιό ξύλινο παγκάκι. Τα χρόνια είχαν ξεθωριάσει το χρώμα του, η βροχή είχε αφήσει σημάδια επάνω του και ένα από τα πόδια του είχε αρχίσει να τρίζει. Οι άνθρωποι περνούσαν βιαστικοί από μπροστά του, μα ελάχιστοι κάθονταν πια εκεί. Κάποτε, όμως, το παγκάκι ήταν γεμάτο ζωή. Εκεί κάθονταν φίλοι και μιλούσαν, ηλικιωμένοι ξεκουράζονταν κάτω από τη σκιά, παιδιά έτρωγαν το κολατσιό τους και κουρασμένοι διαβάτες έβρισκαν λίγα λεπτά γαλήνης. «Τώρα πια δεν είμαι χρήσιμο», έλεγε μέσα του. «Τα καλύτερά μου χρόνια …
Μπορεί οι άνθρωποι να κάνουν χρήματα,όμως τα χρήματα δεν κάνουν άνθρωπους. Αναλύοντας το Γνωμικό με Απλά Λόγια Το γνωμικό χωρίζεται σε δύο σκέλη: «Μπορεί οι άνθρωποι να κάνουν χρήματα...»: Ο άνθρωπος, με την εργασία, το μυαλό, την προσπάθεια ή ακόμα και την τύχη, έχει την ικανότητα να παράγει ή να συγκεντρώνει πλούτο. Το χρήμα είναι ένα εργαλείο, ένα κατασκεύασμα των ανθρώπων. «...όμως τα χρήματα δεν κάνουν άνθρωπους»: Τα χρήματα δεν μπορούν να δώσουν στον άνθρωπο αυτά που πραγματικά τον ορίζουν: ήθος, παιδεία, ενσυναίσθηση, ευγένεια, καλοσ…
Μια φορά κι έναν καιρό, σ’ έναν ήσυχο κήπο, υπήρχε ένα πήλινο αγγείο με μια μικρή ρωγμή. Κάθε πρωί ο κηπουρός το γέμιζε με νερό και το μετέφερε για να ποτίσει τα λουλούδια. Όμως, ώσπου να φτάσει στον κήπο, ένα μέρος από το νερό είχε χαθεί. Το αγγείο ντρεπόταν για την ατέλειά του. «Δεν αξίζω όσο τα άλλα», σκεφτόταν. «Εκείνα κρατούν όλο το νερό τους, ενώ εγώ αφήνω πάντα κάτι να χάνεται». Μια μέρα, ο κηπουρός τού είπε τρυφερά: «Έχεις προσέξει τα λουλούδια που φυτρώνουν στο μονοπάτι από τη δική σου πλευρά; Το νερό που χάνεις τα ποτίζει κάθε μέρα…
Ένας άνθρωπος είχε έναν μικρό κήπο στην άκρη του σπιτιού του. Κάθε άνοιξη φύτευε σπόρους με αγάπη. Έσκαβε το χώμα, τους σκέπαζε προσεκτικά και κάθε πρωί πήγαινε να δει αν είχε φυτρώσει κάτι. Περνούσαν όμως οι μέρες και τίποτε δεν φαινόταν. Το χώμα έμενε ίδιο. Καμία πράσινη κορυφή. Κανένα λουλούδι. Καμία ένδειξη πως κάτω από την επιφάνεια συνέβαινε κάτι. Μια μέρα ο άνθρωπος κουράστηκε. — Ίσως αυτοί οι σπόροι να μη φυτρώσουν ποτέ, είπε. Εκείνο το βράδυ άρχισε να βρέχει. Έβρεχε για ώρες. Η βροχή πότισε τον κήπο, γέμισε το χώμα και άφησε παντού …
Social Plugin