4 πιο αντιπροσωπευτικά ποιήματα του Δημήτρη Καμπούρογλου

4 πιο αντιπροσωπευτικά ποιήματα του Δημήτρη Καμπούρογλου











«Τ’όνειρόν μου»

Σὲ δυὸ μεγάλαις κάμαραις
ε
ἶδα εἰς τὤνειρό μου
π
ῶς μπῆκα, 'σὰν νὰ 'γύρευα
κ
ἀνένα σύντροφό μου…

Ἡ μία ἦτο ἀπ' αὐταὶς
γεμάτη
ἀπὸ βαρέλια,
καθ
ὼς ἐμπῆκα μέσ' σ' αὐτὴ
ξεράθηκ'
ἀπ' τὰ γέλοια.

Σ
ὲ μιὰ βαρέλ' ἀνάσκελα
δυ
ὸ γέροι μεθυσμένοι,
ἦσαν πεσμένοι, ἀγκαλιά,
βρεμένοι, λερωμένοι!

Κα
ὶ 'στὴν κατάστασι αὐτὴ
μουρμούριζαν κ' ο
ἱ δύο,
ὁ ἕνας «οἶνον βούλομαι»
ὁ ἄλλος «ἔ! νὰ πίω!!»

Ἀφένταις δὲν σηκόνεσθε;
ὡς πότε θὰ κοιμᾶσθε!!
ποιο
ὶ εἶσθε; ὁ Χριστόπουλος
κι'
ὁ Ἀνακρέων θἆσθε!

Μένουν ξερο
ὶ κι' ἀκίνητοι,
δίκαιο τ
ὸ κακό τους,
γιατί ν
ὰ λὲν' τόσα καλὰ
γι
ὰ τὸ παλῃόκρασό τους.

Ὤ! πόσον εἶμαι εὐτυχής!
ποτ
ὲ κρασὶ δὲν πίνω,
κα
ὶ ὅπως τόρα εἶν' αὐτοί,
ποτέ μου δ
ὲν θὰ γίνω.

Ἀφοῦ καὶ τὰ κορίτσ' αὐτὰ
πο
ῦ τόσῳ ἀγαπῆσαν,
'ντραπ
ῆκαν καὶ γιὰ συντροφιὰ
τριγύρω τους δ
ὲν ἦσαν!

Ἐνῷ κἀμπόσοι σἂν κι' ἐμὲ,
ὁπόταν ἀποθάνουν,
θ
ἄχουν κορίτσια συντροφιὰ
ν
ὰ ἔλθουν νὰ τοὺς κάνουν!!

Μπαίνω 'στ
ὴν ἄλλη κάμαρα…
ἕνα σωρὸ κορίτσια,
βαστο
ῦσαν εἰς τὰ χέργια τους
τί σβίγκους, τί παστίτσια,

τ
ὶ μπακλαβᾶ, τὶ σαβαρέν,
τ
ὶ τοῦρταις, τὶ συνέχι,
τ
ὶ καταΐφι, ῥεβανί…
κα
ὶ ποιὸ γλυκὸ δὲν ἔχει!!!

Μο
ῦ λέγ' ἡ μία «ἄκουσε
α
ὐτὰ ποῦ θὰ σοῦ ποῦμε,
γιατ
ὶ μᾶς ἀγαπᾷς πολύ,
γι' α
ὐτὸ σὲ ἀγαποῦμε».

«
Ἀπ' ὅλα τὰ γλυκύσματα
πάρε
ὅποιο θελήσῃς,
κι'
ἀπ' ὅλα τὰ κορίτσ' αὐτά,
ποι
ὰ θέλῃς νὰ φιλήσῃς;»

Ε
ὐθὺς ἐσυλλογίσθηκα,
ὅποιο γλυκὸ ζητήσω,
γλυκ
ὸ θὰ ἦναι, ἂς ἰδῶ
ποι'
ἀπ' ὅλαις νὰ φιλήσω…

Κάνω ν
ὰ πιάσω τὴ μικρή,
μο
ῦ φεύγει κ' ἡ μεγάλη,
κάνω ν
ὰ πιάσω τοῦτ' ἐδῶ,
μο
ῦ φεύγει καὶ ἡ ἄλλη…

Κάνω ν
ὰ πιάσω τὴν παχειά,
μο
ῦ φεύγει κ' ἡ λυχνοῦλα,
ν
ὰ πιάσω τὴν μελαγχροινή,
μο
ῦ φεύγει κ' ἡ ξανθούλα!!!

Σ
ἃν εἶδα μιὰ μὲ καστανὰ
μαλλιά, μ
ὲ 'μαῦρα 'μάτια,
ἐκόντεψ' ἡ καρδοῡλά μου
ν
ὰ γίνῃ δυὸ κομμάτια!

Χύνομαι καταπάνω της,
κα
ὶ στὴ 'στιγμὴ ὁ καϋμένος
τ
ὴν πιάνω, ἄου! 'φώναξε…
ξυπνάω τρομασμένος…



Τ
ὶ βλέπω!! Τὴ γατοῡλά μου
τ
ὴ μαύρη, ποῡ κοντά μου
'κοιμώτανε κα
ὶ μοὔτανε
ἡ μόνη συντροφιά μου,

τ
ὴν εἶχα πιάσ' ἀπ' τὸ λαιμό,
κα
ὶ 'φώναζ' ἡ καϋμένη!
Σκοτάδι 'μα
ῦρο, ἐρημιά,
ὅλ' ἦσαν κοιμισμένοι!

Ο
ὔτε κορίτσια ὤμορφα
ε
ἶχα ἐκεῖ κοντά μου,
ο
ὔτε γλυκύσματα πολλὰ
ε
ἶδα 'στὴν κάμαρά μου.

Ὡς καὶ 'στὸν ὕπνο εἴσασθε
μαργιόλικα, κορίτσια!!
Ἂς 'πρόφθανα τοὐλάχιστον
ν
ἄτρωγα δυὸ παστίτσια!!

Ὑπομονή! κἀμμιὰ φορὰ
μο
ὖπαν πῶς ἀληθεύουν
τ
ὰ ὄνειρα, ὤ! τότε πιὰ
πιστεύω δ
ὲν μοῦ φεύγουν!

Ἄχ! καστανὴ ἀγάπη μου,
'στ
ὰ ξύπνα μ' ἂν σὲ πιάσω,
ἂν σὲ ἀφήσ' ἀφίλητη,
σ
ἂν τὸ κουκὶ νὰ σκάσω!

 
«Έρως και γλυκίσματα»
Δὲν θέλω χρήματα,
δ
ὲν θέλω πλοῦτο,
ε
ἶναι μιὰ ψώρα
ἐλεεινή.
Ὅσῳ τὴν ξύνεις
τ
ὴν ὀργισμένη,
τόσ
ῳ σὲ τρώει,
τόσ
ῳ πονεῖ.

Δ
ὲν εἶν’ καλλίτερα
ν
ὰ λείπ’ ἡ ψώρα,
κα
ὶ ἡ φαγούρα
μ’ α
ὐτὴν μαζί;
Δ
ὲν εἶν’ ὡραῖα
κ
ἀνεὶς νὰ ἔχῃ,
ὅσα ἀρκοῦνε
δι
ὰ νὰ ζῇ;

Δ
ὲν ἔχω αδελφαὶς
γι
ὰ νὰ ‘πανδρέψω,
ἔχω δυὸ γάταις,
ἀλλὰ γι’ αὐταὶς
δ
ὲν θὰ φροντίσω,
-
ὥ! νὰ μοῦ ζήσουν -
ε
ὑρίσκουν ἄνδρα
κα
ὶ μοναχαίς.

Δ
ὲν θέλω ἄλογα,
ἔχω ποδάργια,
α
ὐτὰ μ’ ἀρκοῦνε,
ε
ἶναι γερά,
κα
ὶ δὲν φοβοῦμαι,
ν
ὰ μοῦ τσακίσουν
τ
ὴν κεφαλή μου
κ
ἀμμιὰ φορά.

Δυ
ὸ μόνον ἀγαπῶ
σ’ α
ὐτὸν τὸν κόσμο,
ἔρωτα, φίλοι
μου, κα
ὶ γλυκά,
γι’ α
ὐτὰ θὰ ζήσω,
γι’ α
ὐτὰ πεθαίνω,
τ
ἆλλα γιὰ ‘μένα
μηδενικά.

Τ
ὸν ἔρωτ’ ἀγαπῶ,
ὄχι τὸν γάμο,
γλύκυσμα θέλω,
ὄχι κρασί,
‘π’
ἅμα τὸ πίνεις
φαίνετ’
ὡραῖο,
κα
ὶ τὸ πιστεύεις
τότε κα
ὶ σύ.

Μι
ὰ ὥρα ‘πέρασε,
- παναθεμάτο! -
σ
ὲ κάνει, φίλε
μου, κα
ὶ χτυπᾷς
τ
ὴν κεφαλή σου
το
ῖχο σὲ τοῖχο,
κα
ὶ σὲ γελοῦνε
ὅπου κι’ ἅν πᾷς.

Ἀλλὰ τὸ γλύκυσμα
ἀλλὰ ὁ ἕρως,
πάντα
ὡραῖα
πάντα γλυκά·
γι’ α
ὐτὰ θὰ ζήσω,
γι’ α
ὐτὰ ‘πεθαίνω,
τ
ἆλλα γιὰ ‘μένα
μηδενικά.

«Τούρτας εγκώμιον»
Ὅταν ‘νοιώθω τρεῖς δεκάραις
μέσ’ ‘στ
ὴν τσέπη μου νὰ τρίζουν,
ν
ὰ χτυποῦν νὰ κουδουνίζουν,
πόσον ε
ἶμαι εὐτυχής!

Τότε, λέγω,
Ἕλλην εἶμαι
κα
ὶ ἀκόμη περιμένω;
ἣ ἐγὼ ‘στὸν τάφο ‘μπαίνω,
ἢ σὺ τούρτα νὰ χαθῇς.

-
Ἔ! παιδί μου φέρε τούρτα,
μ
ὰ κομμάτι δὰ μεγάλη,
ὄχι, ὄχι αὐτὴ, τὴν ἄλλη,
ἔλα δὰ καϋμέν’ εὐθύς!!

Λοιπ
ὸν ἦλθες, ἦλθες τούρτα;
τ
ὸ λευκό σου προσωπάκι,
τ
ὸ ἀφράτο μαγουλάκι,
ἄφησέ με ν’ ἀσπασθῶ.

Ἔ! καλὴ ψυχὴ νὰ ἔχης
χαϊδεμμένη μου τουρτίτσα,
σ
ὺ δὲν ‘μοιάζεις τὰ κορίτσα,
ὅσο θέλω σὲ φιλῶ.

Δ
ὲν παραπονιέσαι διόλου,
ο
ὔτε πῶς δὲν θέλεις κάνεις,
μόν’ τ
ὴν ὄψι σου πῶς χάνεις,
τ
ὴν ὡραία τὴν καλή.

Μπά! τί
ἔπαθες! ἐχάθης;
μ
ὴ ἀπ’ τὰ πολλὰ φιλιά μου
‘μπ
ῆκες μέσα ‘στὴν κοιλιά μου;
ὥρα σου λοιπὸν καλή!

Σ
ὺ ἐχάθηκες, ἐγ’ ὅμως
ε
ἶμαι εὐχαριστημένος,
ε
ἶμαι καταγλυκαμένος,
πόσον ε
ἶμαι εὐτυχής!

Ἕνας τούρταρος μεγάλος,
τ
ὸ Πεντελικὸ ἃν γείνῃ,
-
ὅποιος ἀγαπᾷ ἄς μείνῃ -
μέσ’ σ
ὲ μιὰ σπηλιὰ τ’ εὐθύς,

Θ
ὰ κλεισθῶ ἐνόσῳ ζήσω,
τ
ὴν ψυχοῦλά μου θὰ σώσω,
ἀπ’ τὸν κόσμο θὰ γλυτώσω,
κα
ὶ θὰ γείνω ἀσκητής!



«Η Μυρσίνη»

Ἤθελα κ’ ἐγὼ νὰ κάμω
μι
ὰ φορὰ τὸν ποιητή,
κα
ὶ ἀγάπησα μιὰ κόρη,
ὅπως ἀγαποῦν αὐτοί.

Ἦτον ὅλο λυπημένη,
κίτρινη, ‘ψηλή, λυχνή,
σκελετός, δ
ὲν εἶχε κρέας,
ψυχ
ὴ μόνον καὶ φωνή.

Τ
ὴν ἀγάπησα, μοῦ εἶπε
π
ῶς μὲ ἀγαπᾷ κι’ αὐτὴ,
‘πίστευσα γυναίκας λόγια,
κουταμάρα διαλεχτή.

Ἔχασα τὴν ἡσυχιά μου,
ἔχασα τὰ γέλοια μου,
ὅλο καὶ παραπατοῦσα,
κούναγα τ
ὰ χέργια μου,

Μέσ’ ‘στ
ὸ δρόμο τραγουδοῦσα,
μο
ὔφευγαν τὰ λόγια μου,
ἔσκυβα τὴν κεφαλή μου,
‘στράβονα τ
ὰ πόδια μου.

Ὅποιος μ’ ἔβλεπε ‘στὸ δρόμο,
παραμέριζε ε
ὐθύς,
κ’
ἔλεγε, αὐτὸς θὰ ἦναι,
ἢ τρελλός, ἢ ποιητής.

Καιρ
ὸ εἶχα τὴν Μυρσίνη
ν
ὰ ἰδῶ, ‘στὴ Μουσικὴ
ἔξαφν’ ἔξαφνα τὴν βλέπω,
μ
ὰ διαφορετική.

Κατασπροκοκκινισμένη,
ζωηρ
ὴ καὶ πεταχτὴ,
ἔτριψα τὰ ‘μάτια κ’ εἶπα,
ἡ Μυρσίνη νἆν’ αὐτή;

Πότε μ’
ἕναν ὁμιλάει,
πότε
ἄλλον χαιρετᾷ,
σ’
ἄλλον τὸ μανδύλι ‘βγάζει,
ἄλλον βλέπει καὶ γελᾷ...

Ἔκανε πῶς δὲν μὲ ‘ξέρει,
μήπως
ἄλλαξα κ’ ἐγὼ
κα
ὶ δὲν μὲ γνωρίζει πλέον;
δ
ὲν εἰξεύρω τί νὰ ‘πῶ!!

Μι
ὰ ἡμέρα τὴν εὑρίσκω
σ’
ἕνα σπίτι μοναχή,
-
ἔλα νὰ σοῦ ‘πῶ Μυρσίνη,
τί κατάστασ’ ε
ἶν’ αὐτή;

Γέλασε, κι’
ἀφοῦ μοῦ κάνει
μι
ὰ μετάνοια εὐγενικὴ,
χωρ
ὶς νὰ μοῦ εἴπῃ λέξι,
φεύγει, κα
ὶ μ’ ἀφίνει ‘κεῖ!

Τ
ἄχασα ἀπ’ τὴ ‘ντροπή μου,
ν
ὰ μὲ πάρῃ γιὰ κουτό!
ν
ὰ γελάσῃ καὶ νὰ φύγῃ,
ν
ὰ μ’ ἀφήσῃ μοναχό!!

Ἔσπασα τὴν κεφαλή μου,
κ’
ἐκοπίασα πολύ,
γι
ὰ νὰ εὕρω αὐτὸς ὁ τρόπος
τ
ῆς Μυρσίνης τί δηλοῖ.

Η
ὗρα ὅτι ἔχει δίκῃο
ἡ Μυρσίνη, καὶ πολύ,
κα
ὶ τὰ γέλοια της πῶς ἦσαν
μι
ὰ ὡραία συμβουλή.

«Παιχνιδάκια θέλει
ὁ ἔρως,
ὅπως ὅλα τὰ παιδιά,
κα
ὶ γι’ αὐτὸ δὲν θὰ γεράσῃ,
ἔχει ἀνοιχτὴ καρδιά,

Θέλει θέλει τραγουδάκια
θέλει γέλοια κα
ὶ χαραὶς,
ὄχι στεναγμοὺς καὶ δάκρυα,
κι’
ὁμιλίαις λυπηραίς!

Ο
ὔτε στέκει ‘ς ἕνα μέρος,
πότε τρέχει κα
ὶ πηδᾷ,
ἄλλοτε ἐδῶ κυλιέται,
πότε χώνεται ‘κε
ῖ δά.»

Κ’
ἐγὼ τόρα τὴν καρδιά μου,
μ
ὲ τὴν συμβουλὴ αὐτὴ,
πεταλο
ῦδα θὰ τὴν κάμω,
πεταλο
ῦδα πεταχτή.

Πότε ν’
ἀγαπᾷ τοὺς κρίνους,
πότε τ
ῂς τριανταφυλλιαὶς,
πότε ν
ὰ πετᾷ ‘στὰ φούλια,
πότε ‘στ
ῂς γαρουφαλιαίς.

Ἀγαπῶ καὶ τῂς ἀφράταις,
ἀγαπῶ καὶ τῂς λιγναίς,
θέλω τ
ῂς ξανθαὶς τῂς ἄσπραις,
θέλω τ
ῂς μελαχροιναίς.

Η
ὗρα καὶ τὴν ἡσυχιά μου,
η
ὗρα καὶ τὰ γέλοια μου,
δ
ὲν παραπατάω πλέον,
δ
ὲν κουνῶ τὰ χέργια μου,

Ἴσια στέκ’ ἡ κεφαλή μου,
ἴσια καὶ τὰ πόδια μου,
‘ξέρω πο
ῦ νὰ τραγουδήσω,
κα
ὶ μετρῶ τὰ λόγια μου·

Ο
ὔτε ποιητὴ μὲ λένε,
ο
ὔτε καὶ τρελλὸ μαζί,
ἡ Μυρσίνη ἡ καϋμένη,
ἡ Μυρσίνη μου νὰ ζῇ.
 

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια