"Ωδήν εις τον θάνατον του Λόρντ Μπάυρον" του Διονύσιου Σολωμού

"Ωδήν εις τον θάνατον του Λόρντ Μπάυρον" του Διονύσιου Σολωμού







Σημείωση:
Ο Διονύσιος Σολωμός, μαθαίνοντας το θλιβερό μαντάτο του θανάτου του Λόρδου Βύρωνα, έγραψε την ονομαστή του
"Ωδήν εις τον θάνατον του Λόρντ Μπάυρον"
Ας την διαβάσουμε ,γιατί  όπως τονίζει ο Οδυσσέας Ελύτης στο
«Άξιον εστί»:
«όπου και να θολώνει ο νους σας,
μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό
και μνημονεύετε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη.»
Να τονίσουμε εδώ,πως ο  George Gordon Byron, ήταν  Άγγλος ποιητής, ηγετική μορφή του ρομαντισμού κι ένας από τους πιο ένθερμους φιλέλληνες, που έδωσε τη ζωή του για την ελευθερία της Ελλάδας.
 Υπήρξε μια από τις πιο θρυλικές μορφές της παγκόσμιας λογοτεχνίας, κυρίως λόγω της περιπετειώδους ζωής του.


Εις τον θάνατο του Λόρδου Μπάιρον


1.
Λευτεριά, γι
ὰ λίγο πάψε
ν
ὰ χτυπᾶς μὲ τὸ σπαθί.
Τώρα σίμωσε κα
ὶ κλάψε
ε
ἰς τοῦ Μπάιρον τὸ κορμί.

2.
Κα
ὶ κατόπι ἂς ἀκλουθοῦνε
ὅσοι ἐπράξανε λαμπρά.
ἀποπάνου του ἂς χτυποῦνε
μόνο στήθια
ἡρωικά.

3.
Πρ
ῶτοι ἂς ἔλθουνε οἱ Σουλιῶτες,
κα
ὶ ἀπ᾿ τὸ Λείψανον αὐτὸ
ἂς μακραίνουνε οἱ προδότες
κα
ὶ ἀπ᾿ τὰ λόγια ὁποῦ θὰ πῶ.

4.
Φλάμπουρα,
ὄπλα τιμημένα,
ἂς γυρθοῦν κατὰ τὴ γῆ,
καθ
ὼς ἤτανε γυρμένα
ε
ἰς τοῦ Μάρκου τὴ θανή,

5.
πο
ῦ βαστοῦσε τὸ μαχαίρι,
ὅταν τοῦ ῾λειψε ἡ ζωή,
μεσ
᾿ στὸ ἀνδρόφονο τὸ χέρι,
κα
ὶ δὲν τ᾿ ἄφηνε νὰ βγεῖ.

6.
Ἀναθράφηκε ὁ γενναῖος
στ
ῶν ἁρμάτων τὴν κλαγγή.
Το
ῦτον ἔμπνευσε, ὄντας νέος,
μία θε
ὰ μελωδική.

7.
Μ
ὲ τὲς θεῖες τὶς ἀδελφάδες
ἐστεκότουν σιωπηλή,
ἐνῶ αὐξαίνανε οἱ λαμπράδες
στο
ῦ Θεοῦ τὴν κεφαλή,

8.
πο
ῦ ἐμελέτουνε τὴ Χτίσι.
Κα
ὶ ὅτι ἐβγῆκε ἡ προσταγή,
ὁποῦ ἐστένεψε τὴ Φύση
α
ἰφνιδίως νὰ φωτιστεῖ,

9.
Μ
ὲ τὰ μάτια ἀκολουθώντας
τ
ὸ νεογέννητο τὸ φῶς,
κα
ὶ σὲ δαῦτο ἀναφτερώντας,
τ
ῆς ἐξέβγαινε ὁ ψαλμὸς

10.
ἀπ᾿ τ᾿ ἀθάνατο τὸ στόμα,
κα
ὶ ἀπομάκραινε ἡ βροντή,
πο
ῦ τὸ Χάος ἔκανε ἀκόμα
στ
ὴν ὀγλήγορη φυγή,

11.
ἕως ποὺ ὁλόκληρον ἐχάθη
στο
ῦ Ἔρεβου τὴ φυλακή,
ὅπου ἁπλώθηκε καὶ ἐστάθη
σ
ὰν στὴν πρώτη του πηγή.

12.
- Ψάλλε, Μπάιρον, το
ῦ λαλοῦσε,
ὅσες βλέπεις ὀμορφιές.
κα
ὶ κειός, ποὺ ἐκρυφαγροικοῦσε
ἀνταπόκριση μ᾿ αὐτές,

13.
βάνεται, τ
ὲς τραγουδάει
μ
᾿ ἕνα χεῖλο ἁρμονικό,
κα
ὶ τὰ πάθη ἔτσι στοῦ ῾γγιάει,
πο
ὺ τραγούδι πλέον ψηλό,

14.
δ
ὲν ἀκούστηκεν, ἀπ᾿ ὦτα
ἔψαλ᾿ ὁ Ἄγγλος ὁ τυφλὸς
τ
᾿ ἀγκαλιάσματα τὰ πρῶτα
πο
ὺ ἔδωσ᾿ ἄντρας γυναικός.

15.
Συχν
ὰ ἐβράχνιασε ἡ μιλιά του
τραγουδώντας λυπηρά,
π
ῶς στὸν ἥλιον ἀποκάτου
ε
ἶναι λίγη ἐλευθεριά.

16.
«Κάθε γ
ῆ» παραπονιέται
«
ἐσκλαβώθηκε - εἶναι μία,
ὅπου ὁ ἄνθρωπος τιμιέται,
ἀπὸ δώθενε μακριά;

17.
Τ
ὴν ὁποία χτυπάει τὸ νάμα
σύνορα τ
᾿ Ἀτλαντικό.
μετανιώνει
ἐν τῷ ἅμα
ὅποιος πάει μὲ στοχασμό,

18.
τ
ὴ γλυκειὰν Ἐλευθερία
ν
ὰ τὴν βλάψει ἀπὸ κοντά.
τ
ὸ δοκίμασεν ἡ Ἀγγλία!
κανε
ὶς πλέον ἂς μὴν κοτᾶ».

19.
Κα
ὶ ὅτι βούλεται νὰ φύγει
ἐκεῖ πέρα ὁ Ποιητής,
ἀνεπόλπιστα ξανοίγει
ἐσὲ ἐδῶ νὰ πεταχτεῖς.

20.
Ἐπετάχτηκες: Μονάχη.
Χωρ
ὶς ἄλλος νὰ σοῦ πεῖ.
Τώρα
ἀρχίνησε τὴ μάχη,
κι
ἐγὼ πλάκωσα μαζί.

21.
Ν
ὰ σ᾿ τὸ πεῖ, καὶ νὰ σὲ ρίξει
στ
ῶν Τουρκῶν τὲς τουφεκιὲς
ἀσυντρόφιαστη, ἂν ξανοίξει
τ
ὲς περίστασες δεινές,

22.
κι
ἂν τὲς εὕρει εὐτυχισμένες,
νά
῾λθει ἀντὶς γιὰ τὸν ἐχθρό,
μ
᾿ ἄλλες ἅλυσες φτειασμένες
ἀποκάτου ἀπ᾿ τὸ Σταυρό,

23.
πο
ὖχε λάβει στὲς ἀγκάλες
ἀπὸ μᾶς, κι εἶχε θεούς,
ἀστραπές, ἀνεμοζάλες,
κα
ὶ βροντὲς καὶ ποταμούς.
24.
Μόνον τ
᾿ ἀδικοσφαγμένα
τ
ὰ παιδιά σου, στριμωχτά,
μ
ὲ τὰ χέρια τσακισμένα
σ
ὲ ἐσπρώξαε ὀμπροστά,

25.
κα
ὶ Σὺ ἐχύθηκες, πετώντας
μία ματι
ὰ στὸν Οὐρανό,
πο
ῦ τὰ δίκια σου θωρώντας,
ἀποκρίθηκε: Εἶμ᾿ ἐδῶ.

26.
Κα
ὶ χτυπώντας ξεθυμαίνει
ε
ἰς τὸ πέλαγο, εἰς τὴ γῆ,
ἡ ρομφαία σου πυρωμένη
ὂχ τὴν Ἄπλαστη Φωνή.

27.
Κα
ὶ θαυμάσια τόσα πράχτει,
ὁποῦ οἱ Τύραννοι τῆς γῆς
σ
᾿ ἐσὲ κίνησαν μὲ ἄχτι,
ὅμως ἔστρεψαν εὐθύς.

28.
Χα
ῖρε! Κι ὅποιος σὲ μισάει,
κα
ὶ πικρὰ σὲ λοιδορεῖ,
ε
ὐτυχιὰ νὰ πιθυμάει,
κα
ὶ ποτὲ νὰ μὴ τὴν δεῖ.

29.
κα
ὶ νὰ κλαίει πὼς ἦλθε ἡ ὥρα
ἡ πατρίς του νὰ δεθεῖ
μ
ὲ τὰ σίδερα, ποὺ τώρα
π
ᾶς συντρίβοντας Ἐσύ.

30.
Χαίρου
ὡστόσο ὅλους τοὺς τόπους,
πο
ῦ ἐξανάλαβαν γοργὰ
πάλι
ἐλεύθερους ἀνθρώπους.
Κα
ὶ τοῦ Μπάϋρον τὴ χαρά.

31.
Χαίρου,
ἀνάμεσα στὰ ἄλλα
πράγματα πο
ὺ σὲ τιμοῦν.
Ο
ἱ μεγάλοι τὰ μεγάλα,
πο
ῦ τοὺς μοιάζουνε, ἀγαποῦν.

32.
Βλέποντας σ
ὲ ἀναγαλλιάζει
ἡ θλιμμένη τοῦ ψυχή,
κα
ὶ τοῦ λέει. Ὄπλα φωνάζει
τώρα
ἡ Ἑλλάδα. Πᾶμε ἐκεῖ.

33.
Κα
ὶ κινάει νὰ σ᾿ ἀπαντήσει
κα
ὶ ἡ Φήμη τοῦ Ποιητοῦ,
πο
ῦ τὸν κόσμο εἶχε γυρίσει,
κα
ὶ τὴ δέχτηκαν παντοῦ,

34.
μπροστοπάταε, ν
ὰ σὲ κράξει
μ
ὲ ὄνομα τόσο γλυκύ,
πο
ὺ ὅποιο μάτι σὲ κοιτάξει
σ
ὲ ξανοίγει πλέον σεμνή.

35.
Τ
ὸν ἀκολούθησεν ὁ πλοῦτος,
θε
ῖος στὰ χέρια τοῦ καλοῦ,
κα
ὶ κακόπραχτος, ἂν οὕτως
κα
ὶ εἶν᾿ στὰ χέρια τοῦ κακοῦ.

36.
Μ
᾿ ἕνα βλέμμα ὁποῦ φονεύει
τ
ὰ φρονήματα τὰ αἰσχρά,
τρομερ
ὴ τὸν συντροφεύει,
στέκοντάς του ε
ἰς τὴ δεξιά.

37.
Κα
ὶ ὄντας ἄφαντη στοὺς ἄλλους,
το
ῦ Ἀλκαίου ἡ σκιά,
κα
ὶ τοὺς ὤμους τοὺς μεγάλους
λίγο γέρνοντας, κρυφά,

38.
λόγια
ἀθάνατα τοῦ λέει,
μ
ὲ τὰ ὁποῖα στὰ σωθικὰ
τ
ὸ θυμό του ξανακαίει
ἐναντίον στὴν ἀδικιά.

39.
θυμόν, τρόμο
ὅλον γεμάτον,
πο
ῦ νικάει τὴν ταραχὴ
τ
ῶν βροντόκραυγων ἁρμάτων,
κα
ὶ πετιέται ὁλοῦ μὲ ὁρμή,

40.
κα
ὶ τοῦ τύραννου χτυπάει
τ
ὴ βουλή, καὶ τὴν ξυπνά,
στ
ὴ στιγμὴ ποὺ μελετάει
τ
ῶν λαῶν τὴ συμφορά.

41.
Μόνον
ἄκουε τοῦ Κοράκου
τ
ῆς Αὐστρίας τὸ κραυγητό,
πο
ῦ δὲν ἔκρωζε τοῦ κάκου,
κα
ὶ ἐπεθύμαε τὸ κακό.

42.
Ὁμοίως ἔστρεφεν ἡ Μοίρα,
πο
ῦ εἶχε πάντοτε σταθεῖ
μές
᾿ στῆς Κόλασης τὴ θύρα
μ
ὲ τὸ κρίμα ἀνταμωτή,

43.
ἔστρεφε κατὰ τὴ Χτίση,
γιατί
ἐμύριζε νεκρὴ
μυρωδιά, πο
ὺ χὲ σκορπίσει
ἡ πικρὴ μεταβολή.

44.
Κα
ὶ ἀπὸ τ᾿ ἄπειρο διάστημα
ἀντισήκωνε ψηλὰ
τ
ὸ μιαρό της τὸ ἀνάστημα,
ν
ὰ χαρεῖ τὴ μυρωδιά.

45.
Στ
ὴν Ἑλλάδα χαροκόπι.
Γιατί
Ἐκεῖνον, ποὺ ζητεῖ,
βλέπει νάρχεται, κα
ὶ οἱ τόποι
πο
ὺ ἡ σκλαβιὰ καταπατεῖ,

46.
χαμηλ
ὴ τὴν κεφαλήν τους,
ἀγροικώντας τὴ βουή,
ἐδακρύζαν, καὶ οἱ δεσμοί τους
το
ὺς ἐφάνησαν διπλοί.

47.
Ἀλλὰ ἀμέσως ὅλοι οἱ ἄλλοι
πο
ῦ εἶχαν ἐλευθερωθεῖ,
κα
ὶ ἔχουν δάφνη στὸ κεφάλι
πο
ῦ δὲν θέλει μαραθεῖ,

48.
τ
ὲς σημαῖες τοὺς ξεδιπλώνουν,
κα
ὶ τὲς δάφνες ποὺ φοροῦν
χαιρετώντας τ
ὸν σηκώνουν,
κα
ὶ μ᾿ αὐτὲς τὸν προσκαλοῦν.

49.
Πο
ῦ θὰ πάει; Βουνὰ καὶ λόγγοι
κα
ὶ λαγκάδια ἀϊλογοῦν.
Πο
ῦ θὰ πάει; - Στὸ Μεσολόγγι,
κα
ὶ ἄλλοι ἂς μὴ ζηλοφθονοῦν.

50.
Τέτοιο χ
ῶμα, ἀπ᾿ τὴν ἡμέρα
τ
ὴ μεγάλη του Χριστοῦ,
πο
ῦ εἶχε φέρει ἀπ᾿ τὸν αἰθέρα
τιμ
ὴ ἐμᾶς καὶ δόξα Αὐτοῦ,

51.
ε
ἰς ἱερὸ προσκυνητάρι,
κα
ὶ δὲ θέλει πατηθεῖ
ἀπὸ βάρβαρο ποδάρι,
πάρεξ
ὅταν χαλαστεῖ.

52.
Δ
ὲν ἦταν τὴ μέρα τούτη
μοσχολίβανα, ψαλμοί.
Νά, μολύβια, νά, μπαρούτι,
νά, σπαθι
ῶν λαμποκοπή.

53.
Στ
ὸν ἀέρα ἀνακατώνονται
ο
ἱ σπιθόβολοι καπνοί,
κα
ὶ ἀπὸ πάνου φανερώνονται
ἴσκιοι θεῖοι πολεμικοί.

54.
Κα
ὶ εἶναι αὐτοί, ποὺ πολεμώντας
ἐσκεπάσανε τὴ γῆ,
πάνου ε
ἰς τ᾿ ἅρματα βροντώντας
μ
ὲ τὸ ἐλεύθερο κορμί.

55.
Κα
ὶ ἀγκαλιάσματα ἐκεῖ πλήθια,
δάφνες
ἔλαβαν, φιλιά,
ὅσα ἐλάβανε εἰς τὰ στήθια
βόλια τούρκικα, σπαθιά.

56.
Ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ πολεμάρχοι
περιζώνουνε πυκνο
ὶ
τ
ὴν ψυχὴ τοῦ Πατριάρχη,
πο
ὺ τὸν πόλεμο εὐλογεῖ.

57.
Κα
ὶ ἀναδεύονται, καὶ γέρνουν,
κα
ὶ εἰς τὸ πρόσωπο ἱλαροί,
χεραπλώνουνε κα
ὶ παίρνουν
ἀπὸ τὴ σπιθοβολή.
58.
Ἐδῶ βλέπει ἀντρειωμένα
ν
ὰ φρονοῦν παρὰ ποτέ.
Κα
ὶ ὅλος ἔρωτα γιὰ σένα
προσηλώνεται ε
ἰς ἐσέ.

59.
Τ
ὸ πουλί, ποὺ βασιλεύει
πάνου ε
ἰς τ᾿ ἄλλα τὰ πουλιά,
γληγορώτατα
ἀναδεύει
τ
ὰ αἰθερόλαμνα φτερά,

60.
τρέχει, χάνεται, κα
ὶ πίνει
τόλμην πίνει
ὁ ὀφθαλμὸς
ἀπὸ τ᾿ ἄστρον, ὁποῦ χύνει
κύματα
ἄφθαρτα φωτός.

61.
Πλανημένη
ἡ φαντασιά του
μέσα στ
ὸ μέλλον τὸ ἀργό,
πο
ὺ προσμένει τ᾿ ὄνομά του
ν
ὰ τὸ κάμη πλέον λαμπρό,

62.
ὁλοφλόγιστη πηδάει
ε
ἰς σὲ μία ματιοῦ ροπή.
Στρέφει
ἀπεκεὶ καὶ κοιτάει.
Ἀνεκδιήγητη ἀντηχεῖ,

63.
ἀπ᾿ τοῦ κόσμου ὅλου τὰ πέρατα
το
ῦ καιροῦ ἡ χλαλοή,
κα
ὶ διηγώντας τοῦ τὰ τέρατα
το
ῦ χτυπάει τὴν ἀκοή.

64.
Ἔθνη ποὺ ἄλλα φοβερίζουν,
φωνές, θρόνοι δυνατοί.
Ἄλλοι πέφτουνε, ἄλλοι τρίζουν,
κα
ὶ ἄλλοι ἀτάραχτοι καὶ ὀρθοί.

65.
Ἀπὸ φόβο καὶ ἀπὸ τρόμο,
ἀπὸ βάρβαρους δεσμούς,
πο
ὖναι σκόρπιοι εἰς κάθε δρόμο,
κα
ὶ ἀπὸ μύριους ὑβρισμούς,

66.
βγαίνει,
ἀνάμεσα στοὺς κρότους
τ
ῶν γενναίων ποὺ τὴν παινοῦν,
κα
ὶ κοιτοῦνται ἀνάμεσό τους
γι
ὰ τὸ θαῦμα ποὺ θωροῦν,

67.
μία γυναίκα, πο
ὖχε βάλει
μ
ὲς στὰ βάσανα ὁ καιρός,
ξαναδείχνοντας τ
ὰ κάλλη
πο
ὺ τῆς ἔσβησε ὁ ζυγός,

68.
μόνον
ἔχοντας γιὰ σκέπη
τ
ὰ τουφέκια τὰ ἐθνικά,
κα
ὶ τὸ χαίρεται νὰ βλέπει
π
ὼς καὶ Αὐτὸς τὴν ἀκλουθᾶ.

69.
Ἄχ! συνέρχεται... ξανοίγει
Ἐρινύαν φαρμακερή,
ὁποῦ ἀγιάτρευτην ἀνοίγει
τ
ῆς Ἑλλάδας μίαν πληγή.

70.
Ἐρινύαν ἀπὸ τὰ χθόνια
πο
ὺ ἡ Ἑλλάδα ἀπαρατᾷ.
Ἡ θεομίσητη Διχόνοια
πο
ὺ τὸν ἄνθρωπο χαλνᾶ.

71.
Ἀφοῦ ἐδιώχτηκε ἀπὸ τ᾿ ἄστρα
ὅπου ἐτόλμησε νὰ πά,
πάει στο
ὺς κάμπους, πάει στὰ κάστρα,
χωρ
ὶς ναὔβρῃ δυσκολιά.

72.
Κα
ὶ κρατώντας κάτι φίδια
πο
ὺ εἶχε βγάλει ἀπ᾿ τὴν καρδιά,
κα
ὶ χτυπώντας τὰ πιτήδεια
ε
ἰς τοὺς Ἕλληνας, περνᾶ.

73.
Κα
ὶ ὄχι πλέον τραγούδια νίκης
ὡσὰν πρῶτα, ἐνῶ τυφλά,
μ
ὲ τὸ τρέξιμο τῆς φρίκης,
τούρκικα
ἄλογα πολλά,

74.
ἐτσακίζανε τὰ χνάρια
στ
ὴν ἀπέλπιστη φυγή,
κα
ὶ ἐγκρεμίζαν παλληκάρια
το
ῦ γκρεμνοῦ ἀπὸ τὴν κορφή.

75.
Ὄχι, πλέον, ὄχι τὰ δυνα-
τ
ὰ στοιχεῖα νὰ μᾶς θωροῦν,
κα
ὶ νὰ ὀργίζωνται καὶ ἐκεῖνα
κα
ὶ γιὰ μᾶς νὰ πολεμοῦν.

76.
Ἀλλὰ πάει στοὺς νόας μία θέρμη,
πο
ὺ εἶναι ἀλλιώτικη ἀπ᾿ αὐτή,
ὁποῦ ἐσκόρπισε στὴν ἔρμη
Χίο το
ῦ Τούρκου ἡ ῾πιβουλή,

77.
ὅταν τόσοι ἐπέφταν χάμου,
κα
ὶ μὲ λόγια ἀπελπισιᾶς,
κόψε με,
ἔλεγαν, Ἀγᾶ μου,
κα
ὶ τοὺς ἔκοβεν ὁ Ἀγᾶς.

78.
Ὅμως θέρμη. Ποῖος ὑβρίζει
τ
ὸν καλύτερο, καὶ ποιὸς
λόγια
ἀνόητα ψιθυρίζει.
Ἄλλος στέκεται ὀκνηρός.

79.
Ἄλλος παίρνει τὸ ποτήρι
ἀποκάτου ἀπ᾿ τὴν ἐλιά,
ὡσὰν νάτουν πανηγύρι,
μ
ὲ τὰ πόδια διπλωτά.

80.
Κα
ὶ ἄλλοι, ἀλίτηροι! χτυπώντας
πέφτουνε στ
ὸν ἀδελφό,
κα
ὶ παινεύονται, θαρρώντας
π
ῶς ἐχτύπησαν ἐχθρό.

81.
Κα
ὶ τοὺς φώναξε: «Φευγᾶτε
τ
ῆς Ἐρινύας τὴν τρικυμιά.
Ὤ! τί κάνετε; Ποῦ πάτε;
Γι
ὰ φερθεῖτε εἰρηνικά.

82.
»γιατί
ἀλλιῶς θὲ νὰ βρεθεῖτε
ἢ μὲ ξένο βασιλιά,
ἢ θὰ καταφανισθεῖτε
ἀπὸ χέρια ἀγαρηνά».

83.
Ἀφοῦ ἐδῶ στὴν παλαιά σου
κατοικία κα
ὶ ἄλλη φορὰ
μ
ὲ διχόνοιες τὰ παιδιά σου
σο
ὺ ἑτοιμάσανε ἐξοριά,

84.
ἀπὸ τότες ὁποῦ ἐσώθη
στ
ὴν Ἑλλάδα ὁ Στρατηγός,
ὁποῦ ὁ Ἕλληνας εἰπώθη
κα
ὶ τώρα ὄχι ὁ στερινός,

85.
ἕως ποὺ ὁ κόσμος ἐβαστοῦσε
τ
ὸν ἀπάνθρωπον Ἀλή,
πο
ὺ ὅσον αἷμα καὶ ἂν ρουφοῦσε
τόσο
ἐγύρευε νὰ πιεῖ.

86.
Ἐπερνοῦσαν οἱ αἰῶνες
ἢ σὲ ξένη ὑποταγή,
ἢ μὲ ψεύτικες κορῶνες,
ἢ μὲ σίδερα καὶ ὀργή.

87.
Κα
ὶ ἦλθε τότες καὶ ἐπερπάτει
ὅπου ἐπάταγες Ἐσύ,
κα
ὶ τοῦ δάκρυζε τὸ μάτι,
κα
ὶ ἐπιθύμαε νὰ Σὲ ἰδεῖ.

88.
κι
ἔλεε: πότε ἔρχεσαι πάλι!
Κα
ὶ δὲν εἶναι ἀληθινό,
π
ῶς μας εἶχε ἀδικοβάλει
μ
ὲ βρισιὲς καὶ μὲ θυμό.

89.
Ἐζωγράφιζαν οἱ στίχοι
τ
ὸν γαλάζιον οὐρανό,
κα
ὶ ἐκλαιόνταν μὲ τὴν τύχη
κα
ὶ μὲ τ᾿ ἄστρο τὸ κακό,

90.
ε
ἰς τὸ ὁποῖον ἔχει νὰ σκύψει
κάθε δύναμη θνητή,
κα
ὶ ἡ πατρίδα του νὰ στρίψει
παντελ
ῶς δὲν ἠμπορεῖ.

91.
Τώρα
ἀθάμπωτη ἔχει δόξα,
κα
ὶ μὲ φέρσιμο τερπνὸν
βλέπει
ἀδύνατα τὰ τόξα
τ
ῶν ἀντίζηλων ἐθνῶν.

92.
Κα
ὶ λαοὺς ἁλυσοδένει,
κα
ὶ εἰς τὰ πόδια τοὺς πατεῖ,
κα
ὶ τὸ πέλαγο σωπαίνει
ἂν τοῦ σύρει μία φωνή.

93.
Τέχνες,
ἅρματα, σοφία,
τ
ῆνε κάνουν δοξαστῆ,
ὅμως θὰ βροῦνε εὐκαιρία
ν
ὰ τὴ φθείρουνε οἱ καιροί,

94.
κα
ὶ νὰ ἰδῆ τὸ ριζικό της
καθ
ὼς εἶναι ἡ καταχνιά,
πο
ὺ εἰς τὸ κλίμα τὸ δικό της
κρύβει τ
ὴν ἀστροφεγγιά.

95.
«Πο
ῦ εἶν᾿, θὰ λένε σαστισμένοι,
τ
ὸ Λεοντάρι τὸ Ἀγγλικό;
Ε
ἶναι ἡ χήτη τοῦ πεσμένη,
κα
ὶ τὸ μούγκρισμα βουβό».

96.
Ἀλλ᾿ ἡ Ἑλλὰς νὰ ξαναζήσει
ἦταν ἄξια, καὶ νὰ ἰδεῖ
ὁ ἐρχομὸς νὰ τὴν τιμήσει
το
ῦ ὑψηλότατου Ποιητή.

97.
Ἔστεκε στὸ μισημένο
τ
ὸ ζυγὸ μ᾿ ἀραθυμιά.
Τ
ὸ ποδάρι εἶχε δεμένο,
ἀλλὰ ἐλεύθερη καρδιά.

98.
Ἐκαθότουνε εἰς τὰ ὄρη
ὁ Σουλιώτης ξακουστός.
Ν
ὰ τὸν διώξει δὲν ἠμπόρει
πείνα, δίψα, κα
ὶ ἀριθμός.

99.
Συχν
ὰ σπώντας τὰ θηκάρια
μ
ὲ τὰ χέρια τὰ λιγνά,
ὁρμοῦν σ᾿ ἄπειρα κοντάρια.
Τ
ὲς γυναῖκες τῶν συχνά,

100.
μεγαλόψυχα τραβάει
τ
ὸν ἴδιον αἴσθημα τιμῆς,
πο
ὺ κοιτώντας τὸν Κομβάϋ
ε
ἶχε ὁ ἀνδρεῖος Τραγουδιστής.

101.
Τ
ὲς ἐμάζωξε εἰς τὸ μέρος
το
ῦ Τσαλόγγου τὸ ἀκρινὸ
τ
ῆς ἐλευθεριᾶς ὁ ἔρως
κα
ὶ τὲς ἔμπνευσε χορό.

102.
Τέτοιο πήδημα δ
ὲν τὸ εἶδαν
ο
ὔτε γάμοι, οὔτε χαρές,
κα
ὶ ἄλλες μέσα τους ἐπήδαν
ἀθωότερες ζωές.

103.
Τ
ὰ φορέματα ἐσφυρίζαν
κα
ὶ τὰ ξέπλεκα μαλλιά,
κάθε γύρο πο
ὺ ἐγυρίζαν
ἀπὸ πάνου ἔλειπε μία.

104.
Χωρ
ὶς γόγγυσμα κι ἀντάρα
πάρα
ἐκείνη μοναχά,
ὁποῦ ἔκαναν μὲ τὴν κάρα,
μ
ὲ τὰ στήθια, στὰ γκρεμά.

105.
Στ
ὰ ἴδια ὅρη ἐγεννηθῆκαν
κα
ὶ τὰ ἀδάμαστα παιδιά,
πο
ὺ τὴν σήμερο ἐχυθῆκαν
πάντα ο
ἱ πρῶτοι στὴ φωτιά.

106.
Γιατί,
ἀλίμονον! γυρίζοντας
το
ὺς ηὖρε ὁ Μπάϋρον σκυθρωπούς;
Ἐγυρεύανε δακρύζοντας
τ
ὸν πλέον ἔνδοξο ἀπ᾿ αὐτούς.

107.
Ὅταν στῆς νυχτὸς τὰ βάθη
τ
ὰ πάντα ὅλα σιωποῦν,
κα
ὶ εἰς τὸν ἄνθρωπο τὰ πάθη,
πο
ῦναι ἀνίκητα, ἀγρυπνοῦν,

108.
κα
ὶ γυρμένοι εἰς τὸ πλευρό τους
ο
ἱ στρατιῶτες τοῦ Χριστοῦ,
μύρια βλέπουν στ
᾿ ὄνειρό τους
ξεψυχίσματα το
ῦ ἐχθροῦ,

109.
α
ὐτὸς ἄγρυπνος στενάζει,
κα
ὶ εἰς τὴν πλάκα τὴν πικρή,
πο
ὺ τὸν Μπότσαρη σκεπάζει,
γι
ὰ πολλὴ ὥρα ἀργοπορεῖ.

110.
Ἔχει πλάγιασμα θανάτου
κα
ὶ ἄλλος ἄντρας φοβερὸς
ε
ἰς τὰ πόδια τοῦ ἀποκάτου,
κα
ὶ εἶναι ἀντίκρυ τοῦ ὁ ναός.

111.
Ἀκριβὸ σὰν τὴν ἐλπίδα
πο
ὺ ἔχει πάντοτε ὁ θνητός,
γλυκοφέγγει
ἀπ᾿ τὴ θυρίδα
τ
ῆς Ἅγιας Τράπεζας τὸ φῶς.

112.
Μέσαθε
ἔπαιρνε ὁ ἀέρας
μ
ὲ δροσόβολη πνοὴ
τ
ὸ λιβάνι τῆς ἡμέρας,
κα
ὶ τοῦ τόφερνε ὡς ἐκεῖ.
113.
Δ
ὲν ἀκοῦς γύρου πατήματα.
Μον
᾿ τὸν ἴσκιο τοῦ θωρεῖς,
ὁποῦ ἁπλώνεται στὰ μνήματα,
ἔρμος, ἄσειστος, μακρύς,

114.
καθ
ὼς βλέπεις καὶ μαυρίζει
ἴσκιος νέου κυπαρισσιοῦ,
ἂν τὴν ἄκρη του δὲν ῾γγίζει
α
ὔρα ζέφυρου λεπτοῦ.

115.
Πές μου,
Ἀνδρεῖε, τί μελετοῦνε
ο
ἱ γενναῖοι σου στοχασμοί,
πο
ὺ πολληώρα ἀργοποροῦνε
ε
ἰς τοῦ Μάρκου τὴν ταφή;

116.
Σκιάζεσαι
ἴσως μὴ χουμήσουν
ξάφνου ο
ἱ Τοῦρκοι τὸ πρωί,
κα
ὶ τὸ στράτευμα νικήσουν,
πο
ὺ ἔχει ἀνίκητην ὁρμή;

117.
Σκιάζεσαι το
ὺς Βασιλιάδες,
πο
ὺ ἔχουν Ἕνωσιν Ἱερή,
μ
ὴ φερθοῦνε ὡσὰν Πασάδες
στ
ὸν Μαχμοὺτ ἐμπιστευτοί;

118.
Ἤ σοῦ λέει στὰ σπλάχνα ἡ φύσις
μ
᾿ ἕνα κίνημα κρυφό:
«Τ
ὴν Ἑλλάδα θὲ ν᾿ ἀφήσεις,
γι
ὰ νὰ πᾶς στὸν Οὐρανό;»

119.
Βγαίνει μάγεμα
ἀπ᾿ τὴ στάχτη
τ
ῶν Ἡρώων, καὶ τὸν βαστᾶ,
κα
ὶ τὴ θέλησι τοῦ ἀδράχτει.
Τότε α
ἰσθάνεται μὲ μία,

120.
τ
ὴν ἀράθυμη ψυχή του,
πο
ὺ μὲ φλόγα ἀναζητεῖ
ν
ὰ τοῦ σύρει τὸ κορμί του
σ
ὲ φωτιὰ πολεμική.

121.
Το
ῦ πολέμου ἔνδοξοι οἱ κάμποι!
Ε
ἶδ᾿ ἡ Ἑλλάδα τολμηρὰ
κα
ὶ τὸ Σοφοκλῆ νὰ λάμπει
μέσα στ
ὴν ἁρματωσιά.

122.
Κα
ὶ εἶδε Αὐτόν, ποὺ παρασταίνει
μαζωμένους το
ὺς Ἑφτὰ
στ
ὴν ἀσπίδα αἱματωμένη,
ὅπου ὠρκόνονταν φριχτά.

123.
Ἐτραγούδααν προθυμότερα
τ
ὲς ὠδὲς τοῦ τὰ παιδιά,
κα
ὶ αἰσθανότανε ἀντρειότερα
στ
ὴν ἀνήλικη καρδιά.

124.
Κα
ὶ τὰ μάτια τοὺς γελοῦσαν,
μάτια μα
ῦρα ὡς τὴν ἐλιά.
Τ
ῶν μορφῶν, ὁποῦ βαστοῦσαν
τραγουδώντας τ
ὲς γλυκά.

125.
Στ
ὴ φωτιά! καὶ θρέφει ἐλπίδα
ν
ὰ νικήσει, νὰ ἠμπορεῖ
ν
ὰ ἐπιστρέψει στὴν Πατρίδα,
τ
ὸ κοράσιό του νὰ εὑρεῖ.

126.
Ν
ὰ τοῦ λέγει μ᾿ ἕνα δάκρυ:
«Χαίρου, τέκνο μου
ἀκριβό,
ε
ἰς τοῦ στήθους μου τὴν ἄκρη
ἐλαβώθηκα καὶ ἐγώ.

127.
Βάλε, φ
ῶς μου, τὴν παλάμη
ε
ἰς τὰ στήθια τοῦ πατρός.
Νά, τ
ὴν ζώνη ποὺ ἔχει κάμει
κόρη τούρκισσα το
ῦ ἀντρός».

128.
Κα
ὶ τὸ πέλαγο ἀγναντεύει
ἴσως τώρα ἡ κορασιά,
κα
ὶ ξεφάντωση γυρεύει
μ
ὲ τραγούδια τρυφερά.

129.
«Τ
ὸν γονιό μου, Πρόνοια Θεία,
κ
ᾶμε τόνε νικητή,
ε
ἰς τὰ χώματα, στὰ ὁποῖα
ἡ γυναίκα ἀπαρατεῖ

130.
τ
ὰ στολίδια, τὸν καθρέφτη,
κα
ὶ ἀποκάτου ἀπ᾿ τὸ βυζὶ
ζώνεται
ἅρματα, καὶ πέφτει
ὅπου κίνδυνο θωρεῖ.

131.
Κ
ᾶμε Ἐσὺ μὲ τὴν μητέρα
τ
ὴ γλυκειά μου νὰ ἑνωθεῖ
ἔλα γρήγορα, πατέρα,
ὅλη ἡ Ἀγγλία σὲ καρτερεῖ.

132.
Τ
ὸ καράβι πότε ἀράχνει
ε
ἰσὲ θάλασσα ἀγγλική;
Μο
ῦ σπαράζουνε τὰ σπλάχνη,
ὁποῦ μοῦ ἔκανες ἐσύ.

133.
Πές, πότ
᾿ ἔρχεσαι;»... Ὁλοένα
ε
ἰν᾿ τὸ πλοῖο του στὰ νερά,
πο
ὺ φλοισβήζουνε σχισμένα,
κα
ὶ ποσῶς δὲν τ᾿ ἀγροίκα.

134.
Πο
ῖος, ἀλίμονον! μᾶς δίνει
μίαν
ἀρχὴ παρηγοριᾶς;
Ἀπ᾿ αὐτὸν δὲ θὲ νὰ μείνει
μήτε
ἡ στάχτη του μέ μας.

135.
Θ
ὰ τὴν ἔχουν ἄλλοι!... Ὤ! σύρε,
σύρε, Μπάϋρον, στ
ὸ καλό.
Ὕπνος ἔξαφνα σὲ πῆρε,
πο
ὺ δὲν ἔχει ξυπνημό.

136.
Ε
ἶναι ἀδιάφορο, δὲ βλάβει,
ἂν ἐκεῖ σιμοτινὸ
πλέξει
ἢ τούρκικο καράβι,
ἢ καράβι ἑλληνικό.

137.
Ἄκου, Μπάϋρον, πόσον θρῆνον
κάνει,
ἐνῶ σὲ χαιρετᾶ,
ἡ πατρίδα τῶν Ἑλλήνων.
Κλα
ῖγε, κλαῖγε, Ἐλευθεριά.

138.
Γιατί
ἐκείτοταν στὴν κλίνη,
κα
ὶ τοῦ ἐβάραινε πολὺ
π
ῶς γιὰ πάντα εἶχε νὰ μείνει,
κα
ὶ ἀπὸ Σὲ νὰ χωριστεῖ.

139.
Ἀρχινάει τοῦ ξεσκεπάζει
ἄλλον κόσμο ὁ λογισμὸς
κα
ὶ κάθε ἄλλο σκοταδιάζει,
κα
ὶ τοῦ κρύβεται ἀπ᾿ ἐμπρός.

140.
Ἀλλὰ ἀντίκρυ ἀπὸ τὰ πλάσματα
το
ῦ νοὸς τὰ ἀληθινά,
το
ῦ προβαίνουν δυὸ φαντάσματα
ὁλοζώντανα καὶ ὀρθά.
141.
Ἡ ἀκριβή του θυγατέρα,
καθ
ὼς ἔμεινε μικρή,
ἐνῶ ἡ τύχη τὸν πατέρα,
ἐκαλοῦσε ἀλλοῦ, καὶ Ἐσύ,

142.
Ἐσύ, θεία τοῦ ἀνθρώπου εἰκόνα,
μ
ὲ τὰ φέγγη σου, καὶ αὐτὴ
ὅπου σ᾿ ἔφθανε στὸ γόνα
μ
ὲ τὴν ὤρια κεφαλή,

143.
γι
ὰ λίγη ὥρα τοῦ σηκώνεται
το
ῦ ἄλλου κόσμου τὴ θωριά,
κα
ὶ σ᾿ ἐσᾶς ἀντισηκώνεται
μ
ὲ τὴν πρόθυμη ἀγκαλιά.

144.
Ἔτσι ὁ Ἄνθρωπος τοῦ Αἰῶνος,
ὅταν ἔπαυε νὰ ζεῖ,
καθ
ὼς ἤθελεν ὁ φθόνος,
σ
᾿ ἕνα ἀγνώριστο νησί,

145.
κα
ὶ εἶχε μάρτυρα εἰς τὸ βράχο
το
ῦ Θεοῦ τὸν ὀφθαλμό,
κα
ὶ τριγύρω τοῦ μονάχο
το
ῦ πελάου τὸ γογγυτό.

146.
Ἐνῶ ἀνάδινε ἡ ψυχῆ του
μόνους
ἄφησε νὰ ἐλθοῦν
ἡ Γαλλία καὶ τὸ παιδί του
πρ
ὸς τὰ μάτια, πρὶν σβησθοῦν.

147.
Κα
ὶ ὄχι ἡ μοίρα, ὁποῦ σαράντα
νίκες το
ῦ ἄδραξε ἡ σκληρή,
κα
ὶ βαρύτερη εἶναι πάντα
σ
ὲ καρδιὰ βασιλική.

148.
Ὄχι ἡ δόξα ἡ περασμένη,
πο
ὺ μὲ βία πολεμικὴ
το
ῦ ἔδειχνε τὴν Οἰκουμένη,
λέγοντάς του:
Ἀκαρτέρει,
149.
Στ
ὴν ταφή του μὲ τὴν πάχνη
χύν
᾿ ἡ βρύση τὸ νερό,
πο
ὺ τοῦ δρόσισε τὰ σπλάχνη,
ε
ἰς τὸ ψυχομαχητό.

150.
Τ
ὲς ἡμέρες, ὁποῦ ἂν μόνο
τ
᾿ ὄνομά του ἤθελε πεῖς,
ὁλογόστευαν στὸ θρόνο
τ
ὴν αὐθάδεια οἱ βασιλεῖς,

151.
κατά μας κα
ὶ Αὐτὸς ἀκόμη
ε
ἶχε ρίξει μία ματιά.
Ε
ἶναι ἡ δάφνη ὡραῖα στὴν κόμη,
ὅταν φέρνει ἐλευθεριά.

152.
Ὤ! νὰ μάθαινε ὁ Μεγάλος
πόσην
ἔδειξε χαρὰ
ἀγροικώντας ἕνας Γάλλος:
ἐχαθῆκαν τὰ Ψαρά.

153.
Φων
ὴν τρόμου ἡ Ἑλλάδα σύρνει,
σύρνει, κα
ὶ ἔπειτα σιωπεῖ.
Ὅμως κρότους μὲς στὴ Σμύρνη
ὅλη ἡ νύχτα ἠχολογεῖ.

154.
Νά,
ἀνθοστόλιστο τραπέζι.
Δ
ὲν εἶν᾿ γέννημα Τουρκῶν,
ὁποῦ τρώοντας περιπαίζει
τ
ὴν ἀντρεία τῶν Ψαριανῶν.

155.
Μύρια λόγια, γέλια μύρια,
κα
ὶ χτυποῦν τὰ φωτερὰ
στ
ὰ ὁλογέμιστα ποτήρια,
κα
ὶ στὰ γέλια τὰ τρελλά.

156.
Μ
ὲ ἁρμονίες τοὺς κράζει ἡ λύρα,
κα
ὶ ἐπετάχτηκαν ὁμού,
λυσσιασμένοι
ἀπὸ τὴν πύρα
τ
ῆς χαρᾶς καὶ τοῦ κρασιοῦ.

157.
Κα
ὶ χορεύουνε τριγύρου...
Γειά σας, Γάλλοι ε
ὐγενικοί!
Ε
ἶν᾿ τὰ χώματα τοῦ Ὁμήρου
που το πόδι σας πατει.
158.
Γιατί μες
᾿ στ᾿ ἀχρεία τους σπλάχνη
τ
ὸ φαγὶ καὶ τὸ ποτὸ
σ
ὲ φαρμάκι δὲν ἀλλάχνει,
ν
ὰ τοὺς φάει τὸ σωθικό;

159.
Κα
ὶ ἀπ᾿ τὴ μάνητα ν᾿ ἀνάψει
ἀρμοδιώτερος χορός,
τ
ὸν ὁποῖον μόνος νὰ πάψει
σκληρ
ὸς θάνατος καὶ ἀργός,

160.
γι
ὰ ν᾿ ἀρχίσουν τὴ χαρά τους,
ὄντας φάσματα ἐλαφρά,
ἐμπροστὰ στὸ βασιλιά τους,
κα
ὶ στὸ Μπάϋρον ἐμπροστά,

161.
ὁποῦ φθάνοντας κεῖ κάτου
ἴσως τούμεινε ὡς ἐκεῖ
ἡ ἀέρινη ἀγκαλιά του,
σ
ὰν πρωτύτερα, ἀνοιχτή!

162.
Τόνε βλέπω! Το
ῦ προβαίνουν
ἄλλα φάσματα γοργά,
πο
ὺ ἀκατάπαυστα πληθαίνουν
σφόδρα, κα
ὶ εἶναι Ἑλληνικά.

163.
Γι
ὰ τὴν ποθητὴν Ἑλλάδα
τόσο πρόθυμα ρωτο
ῦν,
σ
ὰν νὰ ἐζήτααν τὴ γλυκάδα
το
ῦ φωτὸς νὰ ξαναϊδοῦν.

164.
Κλάψες
ἄμετρα χυμένες,
χέρια
ἁπλότρεμα, κραυγές,
πο
ὺ ἀπ᾿ τ᾿ς ἀντίλαλους πωμένες
ε
ἶναι πλέον τρομαχτικές.

165.
Κει
ὸς σεβάσμια προχωρώντας,
κα
ὶ μὲ ἀνήσυχες ματιές,
τ
ὰ προσώπατα κοιτώντας,
κα
ὶ κοιτώντας τὲς πληγές:

166.
«
Ἡ Διχόνοια κατατρέχει
τ
ὴν Ἑλλάδα. Ἂν νικηθεῖ,
ΜΑ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΠΟΥ ΜΑΣ ΕΧΕΙ,
τ
᾿ ὄνομά σας ξαναζεῖ».


Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια