Υπάρχουν άνθρωποι που, όταν τους ζητήσεις να κάνουν κάτι μεγάλο, σηκώνουν αμέσως τα μανίκια και λένε:
«Θα προσπαθήσω.»
Και υπάρχουν κι εκείνοι που κοιτάζουν τον εαυτό τους και σκέφτονται:
«Δεν μπορώ. Δεν είμαι εγώ γι' αυτό.»
Ο Μωυσής ανήκε στους δεύτερους.
Κι όμως, ο Θεός τον διάλεξε.
Ο Μωυσής γεννήθηκε σε μια εποχή δύσκολη για τον λαό του Ισραήλ. Ο Φαραώ είχε διατάξει να θανατώνονται τα αρσενικά παιδιά των Εβραίων.
Η μητέρα του, για να τον προστατεύσει, τον έβαλε σε ένα μικρό καλάθι και τον άφησε ανάμεσα στα καλάμια του Νείλου.
Ίσως εκείνη τη στιγμή να μην μπορούσε να φανταστεί πως το μικρό παιδί που άφηνε στα νερά θα γινόταν μια ημέρα ο άνθρωπος που ο Θεός θα χρησιμοποιούσε για να οδηγήσει έναν ολόκληρο λαό στην ελευθερία.
Η κόρη του Φαραώ τον βρήκε και τον πήρε κοντά της.
Έτσι ο Μωυσής μεγάλωσε μέσα στο παλάτι.
Γνώρισε τη δύναμη και τη δόξα της Αιγύπτου.
Όμως δεν ξέχασε ποτέ από πού καταγόταν.
Κάποτε, βλέποντας έναν Αιγύπτιο να χτυπά έναν Εβραίο, παρενέβη. Η πράξη του αυτή τον ανάγκασε να φύγει μακριά από την Αίγυπτο.
Και τότε η ζωή του άλλαξε.
Από το παλάτι βρέθηκε στην έρημο.
Από έναν κόσμο δύναμης και εξουσίας έγινε βοσκός.
Τα χρόνια πέρασαν.
Ο Μωυσής ίσως πίστεψε πως εκεί θα τελείωνε η ιστορία του.
Δεν ήξερε όμως πως ο Θεός προετοίμαζε σιωπηλά τον άνθρωπο που θα χρειαζόταν αργότερα.
Και μια ημέρα, μέσα στην έρημο, ο Μωυσής είδε κάτι παράξενο.
Ένας θάμνος καιγόταν, αλλά δεν κατακαιγόταν.
Πλησίασε.
Και εκεί, μέσα στη φωτιά, άκουσε τη φωνή του Θεού.
«Μωυσή, Μωυσή!»
Και ο Μωυσής απάντησε:
«Ιδού εγώ.»
Δεν ήξερε ακόμη τι θα ακολουθούσε.
Ο Θεός τού αποκάλυψε πως τον καλούσε να επιστρέψει στην Αίγυπτο και να οδηγήσει τον λαό Του έξω από τη σκλαβιά.
Και τότε συνέβη κάτι πολύ ανθρώπινο.
Ο Μωυσής φοβήθηκε.
Δεν ένιωσε έτοιμος.
Δεν ένιωσε ικανός.
Αντί να πει «ναι», άρχισε να ψάχνει λόγους για τους οποίους δεν μπορούσε.
«Ποιος είμαι εγώ για να πάω στον Φαραώ;»
Και λίγο αργότερα:
«Δεν είμαι άνθρωπος που έχει ευχέρεια λόγου.»
Σαν να έλεγε:
«Θεέ μου, υπάρχει κάποιος άλλος. Γιατί εγώ;»
Και ίσως αυτή να είναι η στιγμή που ο Μωυσής γίνεται πιο κοντινός σε εμάς.
Γιατί πόσες φορές δεν έχουμε κάνει κι εμείς την ίδια σκέψη;
Δεν είμαι αρκετά δυνατός.
Δεν έχω τις ικανότητες.
Δεν μπορώ να τα καταφέρω.
Γιατί να είμαι εγώ;
Ο Θεός όμως δεν του απάντησε απαριθμώντας τα προσόντα του.
Δεν του είπε:
«Μωυσή, μην ανησυχείς, είσαι αρκετά ικανός.»
Του είπε κάτι πολύ βαθύτερο:
«Εγώ θα είμαι μαζί σου.»
Κι αυτή ήταν η δύναμη του Μωυσή.
Όχι ο ίδιος.
Η παρουσία του Θεού μαζί του.
Ο Μωυσής επέστρεψε στην Αίγυπτο.
Στάθηκε μπροστά στον Φαραώ.
Και άρχισε ένας αγώνας που κανένας άνθρωπος δεν θα μπορούσε να κερδίσει μόνος του.
Ήρθαν οι πληγές.
Ήρθε η νύχτα της εξόδου.
Και ύστερα, μπροστά στον λαό, υψώθηκε ένα τεράστιο εμπόδιο:
η Ερυθρά Θάλασσα.
Μπροστά τους το νερό.
Πίσω τους ο στρατός του Φαραώ.
Ο λαός φοβήθηκε.
Ο Μωυσής όμως στάθηκε μπροστά στη θάλασσα.
Και εκείνος που κάποτε έλεγε:
«Δεν μπορώ»
σήκωσε το ραβδί του.
Η θάλασσα άνοιξε.
Και ο λαός πέρασε από μέσα της.
Όμως η ζωή του Μωυσή δεν ήταν μόνο μεγάλες νίκες.
Ήταν και χρόνια γεμάτα δυσκολίες.
Ο λαός παραπονέθηκε.
Αμφισβήτησε.
Επαναστάτησε.
Ο Μωυσής κουράστηκε.
Κάποιες φορές λύγισε κάτω από το βάρος της ευθύνης.
Κι όμως συνέχισε.
Για σαράντα χρόνια περπάτησε μαζί με έναν λαό μέσα στην έρημο.
Έναν λαό που πολλές φορές δεν ήταν εύκολο να αγαπήσει.
Και ίσως αυτό να είναι ένα ακόμη μάθημα από τη ζωή του:
Δεν χρειάζεται να νιώθεις δυνατός για να συνεχίσεις. Μερικές φορές συνεχίζεις επειδή ξέρεις Ποιος περπατά μαζί σου.
Ο Μωυσής δεν έφτασε τελικά στη γη της επαγγελίας.
Στάθηκε από μακριά και την είδε.
Και κάπου εκεί τελειώνει η επίγεια διαδρομή του.
Όχι όμως η αξία της ζωής του.
Γιατί ο άνθρωπος που κάποτε ρωτούσε:
«Ποιος είμαι εγώ;»
έγινε ο άνθρωπος μέσα από τον οποίο ο Θεός οδήγησε έναν ολόκληρο λαό.




0 Σχόλια