Αφιέρωμα στη Σωτηρία Μπέλλου την αρχόντισσα του ρεμπέτικου τραγουδιού

Αφιέρωμα στη Σωτηρία Μπέλλου την αρχόντισσα του ρεμπέτικου τραγουδιού






Σαν σήμερα  ταξίδεψε για την Αιωνιότητα μια από τις κορυφαίες τραγουδίστριες του λαϊκού και  ρεμπέτικου τραγουδιού η Σωτηρία Μπέλλου.
Γεννήθηκε στην Εύβοια  τον Αύγουστο του 1922 στις 22 του μηνός και  έσβησε τον ίδιο μήνα  στην Αθήνα το 1997 στις 27 του μήνα…
Την εκκίνησή της ,την έκανε  από το ψαλτήρι της εκκλησίας και έδωσε σκληρό και άνισο αγώνα μέχρι να καταφέρει να πραγματοποιήσει το μεγάλο της όνειρο, να καθίσει στην καρέκλα του πάλκου, και να συνεργαστεί με τους σημαντικότερους και σύγχρονους μεγάλους μουσικούς μας δημιουργούς.
Η Αρχόντισσα του ρεμπέτικου  τραγουδιού  όπως χαρακτηρίστηκε, ένας μοναδικός  χαρακτήρας , μια σπάνια,ασυμβίβαστη  μορφή,  αμίμητη και αναντικατάστατη, υπήρξε μια από τις σημαντικότερες προσωπικότητες του καλλιτεχνικού  χώρου και του τόπου μας, ηχογράφησε πάνω από πεντακόσια τραγούδια,που παραμένουν διαχρονικά  με τα οποία μεγάλωσαν γενιές και γενιές …
Στον ελληνικό πολιτισμό, άφησε μια σπάνια παρακαταθήκη ,για την ιστορία  του τραγουδιού και της λαϊκής τέχνης.

Το όνομά της το  πήρε  από τον αγαπημένο της παππού ιερέα, που την παίρνει από μικρή στην εκκλησία και ψέλνει δίπλα του, και αρχίζει  γνωρίζει τη βυζαντινή μουσική.
Ήταν ζωηρό παιδί, και από τα δέκα της βοηθούσε  τον πατέρα της στο μπακάλικο. Για πρώτη φορά πήγε στον κινηματογράφο σε ηλικία 13 ετών και εντυπωσιάστηκε  από τη Σοφία Βέμπο στην ταινία «Προσφυγοπούλα». Την  είχε  πρότυπό της και τη μιμείται τραγουδώντας στον καθρέφτη. Πείθει τον πατέρα της και της αγοράζει κιθάρα και διδάσκεται κατ’ οίκον μουσική, ενώ η οικογένειά της δεν συμφωνεί με την απόφασή της να γίνει τραγουδίστρια, με αποτέλεσμα να έρθουν σε ρήξη.

Παντρεύτηκε πολύ μικρή ενάντια στις επιθυμίες των γονιών της και ο γάμος της ήταν μια άμεση καταστροφή: Ο άντρας της ήταν μέθυσος και, κατά τη διάρκεια ενός από τους ξυλοδαρμούς, η Σωτηρία έριξε βιτριόλι στο πρόσωπό του, και καταδικάστηκε σε τρία χρόνια στη φυλακή από τους οποίους τελικά εξέτισε μόνο τέσσερις μήνες.

Μετά την αποφυλάκισή της επιστρέφει στην οικογένειά της, αλλά μετά από συζητήσεις και κατηγορίες των δικών της αποφασίζει να πάει στην Αθήνα το 1940, που βρισκόταν σε πλήρη ναζιστική κατοχή.
Μετά την αποφυλάκισή της επιστρέφει στην οικογένειά της, αλλά μετά από συζητήσεις και κατηγορίες των δικών της αποφασίζει να πάει στην Αθήνα το 1940, που βρισκόταν σε πλήρη ναζιστική κατοχή.
Εκείνα τα χρόνια δεν είναι μόνο αγώνας για επιβίωση, αλλά και για την αντίσταση. Συνελήφθη, βασανίστηκε και κλείστηκε στη φυλακή. Μετά την απελευθέρωση κι αφού έχει γνωρίσει την αγριότητα και τις εμφυλιοπολεμικές διώξεις, γνωρίζεται με το Βασίλη Τσιτσάνη.
Μετά τον εμφύλιο πόλεμο απελευθερώνεται και το 1947 προσελήφθη ως τραγουδίστρια σε ένα κέντρο διασκέδασης στην Αθήνα με το Βασίλη Τσιτσάνη, ο οποίος την ανακάλυψε ως αστέρι του οποίου τα τραγούδια είναι τα πιο σημαντικά του ρεπερτορίου της. Το 1948 μια ομάδα κακοποιών εισήλθαν στο χώρο και την ξυλοκόπησαν με το χαρακτηρισμό «Βουλγάρα» (Κομμουνίστρια), χωρίς οι μουσικοί της να τολμήσουν να σηκωθούν από τις καρέκλες τους.
Παρ 'όλα αυτά, σύντομα αναγνωρίζεται ως μία από τις καλύτερες ερμηνείες στα ρεμπέτικα. Μέχρι το 80 εξακολουθεί να συνεργάζεται με τους σημαντικότερους Έλληνες συνθέτες αυτών των μουσικών ειδών σε πολλές συναυλίες και ηχογραφήσεις, αλλά υπέστη διάφορες κρίσεις και προβλήματα αλκοολισμού και κατάθλιψης.
Το 1987 με αφορμή τη συμπλήρωση 40 χρόνων προσφοράς της στο τραγούδι, της απονεμήθηκε διπλός χρυσός δίσκος με τραγούδια από την καριέρα της και εξώφυλλο πορτραίτο της φιλοτεχνημένο από το φανατικό θαυμαστή της Γιάννη Τσαρούχη, ο οποίος χόρεψε ζεϊμπέκικο υποβασταζόμενος στην τιμητική εκδήλωση στο «Χάραμα», όπου την τίμησαν με την παρουσία τους πολιτικοί και καλλιτέχνες. Ο δίσκος αυτός έγινε το πρώτο CD που κυκλοφόρησε στην Ελλάδα.
Ο τελευταίος της προσωπικός δίσκος εκδόθηκε το 1990 με τραγούδια κυρίως δικά της με μουσική του Μαρίνου Γαβριήλ, ενώ τα επόμενα χρόνια κάνει τις τελευταίες της ηχογραφήσεις («Γεια σας ! Που πέφτουν τα Σύνορα;» Κώστα Καλδάρα , και «Όταν μου μιλάς» Γιάννη Πετρόπουλου). Το 1993 κάνει τις τελευταίες της εμφανίσεις στο «Ρεπορτάζ», και τον επόμενο χρόνο δίνει την τελευταία της συναυλία στο «Παλλάς» της Κύπρου.
Το 1994 μετά από ενοχλήσεις στο λαιμό εισάγεται στο νοσοκομείο «Σωτηρία» 
όπου οι γιατροί διαπιστώνουν καρκίνο στο φάρυγγα, τραχειοτομείται και χάνει την πολύτιμη φωνή της, και εκεί περνάει τα τρία τελευταία χρόνια της ζωής της. Φανατική λάτρης του τζόγου αντιμετωπίζει και σοβαρά οικονομικά προβλήματα, και αναγκάζεται να πουλάει κασέτες με τη φωνή της. Το Υπουργείο Πολιτισμού της εγκρίνει τιμητική σύνταξη που δεν πρόλαβε να πάρει.
Το πρωί της 27ης Αυγούστου, μόνη παραπονεμένη και ξεχασμένη απ’ όλους, στα εβδομήντα έξι της χρόνια ,έδυσε σαν ήλιος…
 

 Η θλιβερή είδηση της απώλειάς της συγκλονίζει τους πάντες. Για δυο μέρες στα μέσα μαζικής ενημέρωσης ακούγονται τα τραγούδια της και προβάλλονται αφιερώματα για τη ζωή της και το έργο της, ενώ αναφορά γίνεται και στον ξένο τύπο. Η σωρός της κατευθύνεται προς την τελευταία της κατοικία με συνοδεία των τραγουδιών της (Συννεφιασμένη Κυριακή, Μην κλαις). Η σεμνή τελετή της κηδείας της γίνεται δημοσία δαπάνη από το Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών, όπου της παραχωρείται από το Δήμο τάφος δίπλα σε μεγάλους καλλιτέχνες.





Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια