Ο ΘΕΟΣ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΠΑΝΤΑ!

Ο ΘΕΟΣ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΠΑΝΤΑ!

                        



Ο ζω­γρά­φος Δο­μί­νι­κος Πα­να­γι­ω­τό­που­λος,ἐ­νῶ μιὰ ζω­ὴ ζω­γρά­φι­ζε νε­κρὲς φύ­σεις, λου­λού­δια σὲ βά­ζα κι ἄλ­λα τέ­τοι­α,μιὰ μέ­ρα, ἔ­τσι, στὰ κα­λὰ κα­θού­με­να,ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ ζω­γρα­φί­σει τὸ Θε­ό.
Καὶ σὰ νὰ μὴν ἔ­φτα­νε αὐ­τό, ἀ­πο­φά­σι­σε ἐ­πί­σης πὼς ὅ­,τι εἶ­χε ζω­γρα­φί­σει μέ­χρι τό­τε
ἦ­ταν ἀ­νά­ξιο λό­γου κι ἄ­ξιο νὰ κα­εῖ.
Ἔ­ρι­ξε λοι­πὸν στὴ φω­τιὰ ὅ­λες τὶς νε­κρὲς φύ­σειςκαὶ τὰ λου­λού­δια σὲ βά­ζα κι ὅ­λα τ’ ἄλ­λα σχε­τι­κά, ποὺ εἶ­χε φτιά­ξει,καὶ βάλ­θη­κε νὰ σκέ­φτε­ται πῶς νὰ ζω­γρα­φί­σει τὸ Θε­ό.
Τὸ πρό­βλη­μα δὲν ἦ­ταν δι­ό­λου ἁ­πλό,για­τί ὁ Δο­μί­νι­κος Πα­να­γι­ω­τό­που­λος ἦ­ταν κα­λὸς ζω­γρά­φοςκαὶ δὲν τοῦ πή­γαι­νε νὰ φτιά­ξει ἕ­ναν ἀ­σπρο­μάλ­λη γέ­ρο σὰν τὸν Ἄϊ Βα­σί­λη ἢ κά­τι τέ­τοι­ο.
Ἔ­με­νε λοι­πὸν σι­ω­πη­λός, μέ­ρες ἀ­τέ­λει­ω­τες, μπρο­στὰ στὴν κά­τα­σ­πρη, λεί­α ἐ­πι­φά­νεια
τοῦ στο­κα­ρι­σμέ­νου μου­σα­μά του, μὲ μιὰ μό­νο σκέ­ψη νὰ γυ­ρί­ζει μέ­σα στὸ μυα­λό του:
«Πῶς εἶ­ναι ὁ Θε­ός;»
Οἱ μέ­ρες ἔ­γι­ναν μή­νας κι ὁ μή­νας μῆ­νες κι ὁ Δο­μί­νι­κος δὲν ἔ­λε­γε νὰ κου­νή­σει ἀ­π’ τὴ θέ­ση του, δὲν ἔ­λε­γε νὰ βά­λει ἄλ­λη σκέ­ψη στὸ μυα­λό του.


 Τὸ φαΐ ποὺ τοῦ ‘­φερ­νε μιὰ γριὰ γει­τό­νισ­σα ἔ­με­νε σχε­δὸν ἀ­νέγ­γι­χτο.
Οἱ φί­λοι του, κα­φε­νό­βιοι καλ­λι­τέ­χνες, ὅ­πως ἄλ­λω­στε ἦ­ταν κι ὁ ἴ­διος κά­πο­τε,
τὸν ἔ­χα­σαν ἀ­π’ τὶς πα­ρέ­ες τους.
Ἕ­νας δε­σμός, ποὺ πι­θα­νὸν νὰ ὁ­δη­γοῦ­σε στὸ γά­μο, δι­α­λύ­θη­κε. Ἀ­κό­μα κι ἡ γριὰ γει­τό­νισ­σα, ποὺ τὸν φρόν­τι­ζε, στα­μά­τη­σε στὸ τέ­λος νὰ πη­γαι­νο­έρ­χε­ται, για­τί φο­βή­θη­κε πὼς τοῦ ‘­χε στρί­ψει καί, πο­τὲ δὲν ξέ­ρεις τί γί­νε­ται μ’ αὐ­τοὺς τοὺς τρε­λοὺς καλ­λι­τέ­χνες.

 Μιὰ μέ­ρα, ἕ­νας ζη­τιά­νος χτύ­πη­σε τὴν πόρ­τα του.
Μὴν παίρ­νον­τας ἀ­πάν­τη­ση καὶ βρί­σκον­τας ξε­κλεί­δω­τα, μπῆ­κε κι εἶ­δε τὸ Δο­μί­νι­κο νὰ κά­θε­ται, μὲ τὴν πλά­τη γυ­ρι­σμέ­νη πρὸς τὴν πόρ­τα, ἀ­κί­νη­τος μπρο­στὰ στὸ κα­βα­λέ­το του.
«Ὁ Θε­ὸς νὰ σοῦ δί­νει χρό­νια, πα­λι­κά­ρι μου», εἶ­πε ο ζη­τιά­νος, «δῶ­σε μου μιὰ βο­ή­θεια».
Στὸ ἄ­κου­σμα τῆς λέ­ξης Θε­ός, ὁ Δο­μί­νι­κος βγῆ­κε ἀ­π’ τὸν ἱ­ε­ρό του λή­θαρ­γο καὶ στρά­φη­κε πρὸς τὸ γέ­ρο.
«Ἔ­χεις δεῖ πο­τὲ τὸ Θε­ό;» ρώ­τη­σε.
«Συ­νέ­χεια τὸν ἔ­χω ἐμ­πρός μου», ἀ­πάν­τη­σε ὁ ζη­τιά­νος.«Ἀ­κό­μα καὶ τού­τη τὴ στιγ­μὴ πού σου μι­λῶ τὸν βλέ­πω,για­τί ὁ Θε­ὸς εἶ­ναι τὰ πάν­τα».
«Τὰ πάν­τα…», ἐ­πα­νέ­λα­βε σὰν ἠ­χὼ ὁ Δο­μί­νι­κος.
«Ναί, τὰ πάν­τα», ξα­νά­πε ὁ ζη­τιά­νος.«Εἶ­ναι μα­χαί­ρι καὶ ἀρ­νὶ καὶ πυρ­κα­γιὰ καὶ δά­σος καὶ ἔ­ρη­μος καὶ πο­τα­μὸς καὶ σύν­νε­φο καὶ γῆ καὶ κό­κα­λα γυ­μνὰ καὶ γυ­μνὸ κορ­μί… Τὰ πάν­τα».
«Εἶ­σαι ζη­τιά­νος ἢ σο­φός;» ρώ­τη­σε, γε­μά­τος θαυ­μα­σμό, ὁ Δο­μί­νι­κος.
«Εἶ­μαι Θε­ός», ἀ­πο­κρί­θη­κε ὁ ζη­τιά­νος.


 Ὁ Δο­μί­νι­κος πε­τά­χτη­κε τό­τε ἀ­π’ τὴ θέ­ση του κι ἔ­πε­σε στὰ γό­να­τα νὰ προ­σκυ­νή­σει ἐ­κεῖ­νον ποὺ τό­σον και­ρὸ ἔ­ψα­χνε τὴ μορ­φή του.
Ὁ ζη­τιά­νος γέ­λα­σε κα­λο­συ­νά­τα. «Δὲν εἶ­πα ὁ Θε­ός», εἶ­πε, «εἶ­πα Θε­ός, ὅ­πως Θε­ὸς εἶ­σαι κι ἐ­σὺ καὶ οἱ μπο­γι­ὲς καὶ τὰ πι­νέ­λα σου.Δέ σοῦ ‘­πα ὅ­τι τὰ πάν­τα εἶ­ναι Θε­ός;
Σή­κω τώ­ρα καὶ δῶ­σε μου μιὰ βο­ή­θεια,για­τί ἔ­χω τρεῖς μέ­ρες νὰ βά­λω Θε­ὸ στὸ στό­μα μου».
Ὁ Δο­μί­νι­κος ὑ­πά­κου­σε κι ὁ ζη­τιά­νος ἔ­φυ­γε εὐ­χα­ρι­στη­μέ­νος.
Ὅ­ταν ξα­νά­μει­νε μό­νος, ὁ Δο­μί­νι­κος ἄρ­χι­σε νὰ κλαί­ει.
Δὲν ἔ­κλαι­γε ἀ­πὸ ἀ­πελ­πι­σί­α οὔ­τε ἀ­πὸ χα­ρά,δὲν κα­τα­λά­βαι­νε κὰν ὅ­τι ἔ­κλαι­γε.
Τὰ δά­κρυ­α ἀ­νά­βλυ­ζαν μό­να τους ἀ­π’ τὰ μά­τια του.
Ἀ­πὸ τό­τε, ὁ Δο­μί­νι­κος ξα­νάρ­χι­σε νά ζω­γρα­φί­ζεινε­κρὲς φύ­σεις καὶ ζων­τα­νὲς
κι ὅ,τι ἄλ­λο τοῦ ‘ρ­χό­τα­νε στὸ νοῦ νὰ ζω­γρα­φί­σει καὶ πο­τὲ δὲν ξα­νά­κα­ψε τί­πο­τα, για­τί τὰ πάν­τα ἦ­ταν τώ­ρα Θε­ός.

Αργύρης Χιόνης

Λογοτεχνικό περιβόλι!

πηγή

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια