Στο σπίτι ενός ηλικιωμένου ωρολογοποιού υπήρχε ένα παλιό ρολόι.
Ήταν μεγάλο, ξύλινο και όμορφο.
Κάποτε χτυπούσε κάθε ώρα και γέμιζε το σπίτι με έναν βαθύ, ζεστό ήχο.
Όμως μια μέρα σταμάτησε.
Οι δείκτες του έμειναν ακίνητοι στις τέσσερις και δέκα.
Ο εγγονός του ωρολογοποιού το κοίταξε και είπε:
— Παππού, χάλασε.
Ο γέροντας δεν απάντησε.
Πήρε το ρολόι προσεκτικά, το άνοιξε και άρχισε να εξετάζει τα μικροσκοπικά γρανάζια του.
Ο μικρός τον παρακολουθούσε.
— Θα το φτιάξεις;
— Θα προσπαθήσω.
Πέρασε μία μέρα.
Ύστερα άλλη μία.
Το ρολόι παρέμενε σιωπηλό.
Ο μικρός άρχισε να απογοητεύεται.
— Ίσως δεν γίνεται, παππού.
Ο γέροντας χαμογέλασε.
— Δεν ακούς κάτι επειδή εγώ δουλεύω σιωπηλά.
Ο μικρός δεν κατάλαβε.
Την επόμενη μέρα, ο ωρολογοποιός άλλαξε ένα μικροσκοπικό γρανάζι.
Την άλλη καθάρισε έναν άξονα.
Ύστερα ρύθμισε προσεκτικά τους δείκτες.
Κι ένα πρωινό, λίγο πριν ξημερώσει, ακούστηκε μέσα στο σπίτι:
τικ... τακ...
τικ... τακ...
Το ρολόι είχε ξαναρχίσει.
Ο μικρός έτρεξε κοντά του.
— Μα πότε το έφτιαξες;
Ο παππούς χαμογέλασε.
— Δεν το έφτιαξα σε μία στιγμή. Δούλευα πάνω του όλες αυτές τις μέρες, ακόμη κι όταν εσύ άκουγες μόνο σιωπή.
Ο μικρός κοίταξε τους δείκτες.
Είχαν προχωρήσει.
Και τότε ο γέροντας του είπε:
— Να θυμάσαι κάτι όταν μεγαλώσεις. Υπάρχουν πράγματα στη ζωή που μοιάζουν σταματημένα. Εσύ βλέπεις μόνο τους δείκτες. Ο Θεός όμως βλέπει και τα γρανάζια που δεν βλέπεις.
Το παιδί έμεινε σιωπηλό.
Και για πρώτη φορά κατάλαβε πως η σιωπή δεν σημαίνει πάντα ακινησία.
Μερικές φορές, πίσω από μια σιωπηλή επιφάνεια, κάτι εργάζεται αθόρυβα.





0 Σχόλια