Κάποτε, σε ένα μικρό χωριό, ζούσε ένας άνθρωπος που είχε ένα όμορφο σπίτι στην άκρη του δρόμου. Δεν ήταν μεγάλο. Δεν είχε πλούσια έπιπλα ούτε πολύτιμα πράγματα. Είχε όμως μια ανοιχτή πόρτα. Κάθε πρωί ο άνθρωπος φρόντιζε το σπίτι του, τακτοποιούσε την αυλή, πότιζε τα λουλούδια και άναβε ένα μικρό φανάρι δίπλα στην είσοδο. Κάποιοι χωριανοί τον κορόιδευαν. — Γιατί τα κάνεις όλα αυτά; — Ποιος θα έρθει; Εκείνος χαμογελούσε. — Δεν ξέρω ποιος θα έρθει. Ξέρω μόνο πως θέλω, όταν έρθει, να βρει την πόρτα ανοιχτή. Μια μέρα πέρασε από…
Πάνω απ' όλα, αδελφοί μου, μην ορκίζεστε – ούτε στον ουρανό ούτε στη γη ούτε σε οτιδήποτε άλλο. Αφήστε το «Ναι» σας να είναι ναι, και το «Όχι» σας, όχι, αλλιώς θα καταδικαστείτε. — Ιακώβου 5:12 Ο γέροντας Σωφρόνιος, ένας ξυλουργός γνωστός σε όλο το χωριό για την μαστοριά του, είχε μια συνήθεια που ανησυχούσε τους συγχωριανούς του. Κάθε φορά που αναλάμβανε μια δουλειά, επικαλούνταν τους πάντες για να πείσει: «Στον ουρανό που μας βλέπει, στη γη που πατάμε, σου ορκίζομαι πως το τραπέζι σου θα είναι έτοιμο την Παρασκευή!» Μια μέρα, ένας ταξ…
Στο σπίτι ενός ηλικιωμένου ωρολογοποιού υπήρχε ένα παλιό ρολόι. Ήταν μεγάλο, ξύλινο και όμορφο. Κάποτε χτυπούσε κάθε ώρα και γέμιζε το σπίτι με έναν βαθύ, ζεστό ήχο. Όμως μια μέρα σταμάτησε. Οι δείκτες του έμειναν ακίνητοι στις τέσσερις και δέκα. Ο εγγονός του ωρολογοποιού το κοίταξε και είπε: — Παππού, χάλασε. Ο γέροντας δεν απάντησε. Πήρε το ρολόι προσεκτικά, το άνοιξε και άρχισε να εξετάζει τα μικροσκοπικά γρανάζια του. Ο μικρός τον παρακολουθούσε. — Θα το φτιάξεις; — Θα προσπαθήσω. Πέρασε μία μέρα. Ύστερα άλλη μία. Το ρολόι παρέμενε σιωπ…
Το εδάφιο της ιστορίας μας: «Ο άνθρωπος βλέπει το εξωτερικό παρουσιαστικό, αλλά ο Κύριος κοιτάζει την καρδιά.» (Α΄ Βασιλέων 16:7) Ένα πλοίο άρχισε να βουλιάζει στη θάλασσα και έπρεπε άμεσα να εκκενωθεί από τους επιβάτες. Ένα ζευγάρι έτρεξε γρήγορα προς τις σωσίβιες λέμβους. Όταν έφτασαν όμως, είδαν έντρομοι ότι υπήρχε χώρος για να σωθεί μόνο ένα άτομο. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή ο άντρας έσπρωξε τη σύζυγό του και πριν προλάβει εκείνη να αντιδράσει, πήδηξε αυτός μέσα στη βάρκα. Τότε η γυναίκα του, η οποία στέκονταν στο πλοίο που βυθίζονταν, φών…
Ένας άνδρας ξεκίνησε ένα βράδυ να περπατήσει προς ένα χωριό που βρισκόταν στην άλλη πλευρά του βουνού. Στο χέρι του κρατούσε ένα μικρό φανάρι. Όταν έφτασε στην αρχή του μονοπατιού, κοίταξε μπροστά του. Το σκοτάδι ήταν πυκνό. Το φως του φαναριού έφτανε μόνο λίγα μέτρα πιο πέρα. — Δεν μπορώ να συνεχίσω, είπε. Ένας γέροντας που καθόταν εκεί κοντά τον άκουσε. — Γιατί; — Επειδή το φανάρι μου δεν φωτίζει όλο τον δρόμο. Δεν βλέπω πού θα καταλήξει το μονοπάτι. Ο γέροντας χαμογέλασε. — Και ποιος σου είπε ότι πρέπει να δεις όλο τον δρόμο; Ο άνδρας σώπασ…
Social Plugin