ΤΟ ΦΩΣ ΠΟΥ ΠΕΡΝΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΡΩΓΜΕΣ
(Μια ιστορία για τη συγχώρεση και τη θεραπεία της ψυχής)
Ι. Το Κρυστάλλινο Άγγιγμα
Στο κέντρο ενός παλιού, σιωπηλού σπιτιού, στεκόταν ένα γυάλινο βάζο. Ήταν διάφανο, κεντημένο με λεπτές χρυσές αχτίδες, κι όποιος το κοίταζε ένιωθε τη χάρη της ομορφιάς του.
Μα μια μέρα, μέσα στο ανέμελο παιχνίδι των παιδικών χρόνων, το βάζο έπεσε. Η σιωπή του δωματίου ράγισε μαζί με το γυαλί — το βάζο έγινε δεκάδες γυαλιστερά θραύσματα στο πάτωμα.
Το παιδί πάγωσε. Με χέρια που έτρεμαν προσπάθησε να ενώσει τα κομμάτια, μα οι ρωγμές στέκονταν εκεί, αμείλικτες. Φοβισμένο από το βάρος του λάθους, μάζεψε τις αναμνήσεις και τα θραύσματα και τα έκρυψε στο σκοτάδι ενός συρταριού.
ΙΙ. Το Βάρος των Χρόνων
Τα χρόνια κύλησαν σαν το νερό στο ποτάμι. Το παιδί μεγάλωσε, γέρασε, μα το κρυμμένο συρτάρι παρέμενε αόρατα ανοιχτό μες στην ψυχή του. Κάθε ανάμνηση του βάζου γεννούσε μια βαθιά ντροπή. Δεν ήταν τόσο το αντικείμενο που χάθηκε — ήταν το θάρρος που δεν βρέθηκε ποτέ για να ειπωθεί η αλήθεια.
Όταν ο ηλικιωμένος ιδιοκτήτης του σπιτιού ταξίδεψε για την αιωνιότητα, ο άντρας επέστρεψε στο παλιό σπίτι. Πλησίασε το συρτάρι. Τα κομμάτια ήταν ακόμη εκεί, κρύα και βουβά.
Τα πήρε στα χέρια του και αναζήτησε έναν παλιό τεχνίτη.
«Μπορείς να τα ενώσεις;» ρώτησε με χαμηλωμένη φωνή.
Ο τεχνίτης τα κοίταξε με προσοχή και αποκρίθηκε: «Μπορώ. Μα δεν θα γίνει ποτέ ξανά όπως ήταν πριν».
«Το ξέρω», ψιθύρισε. «Θέλω μόνο να διορθώσω αυτό που έσπασα».
ΙΙΙ. Η Χάρη της Αποδοχής
Ο τεχνίτης τον κοίταξε με βλέμμα γεμάτο καλοσύνη.
«Τότε πρέπει να μάθεις κάτι: Το βάζο αυτό δεν ήταν πολύτιμο επειδή ήταν άθικτο. Ήταν πολύΜΙΚΡΕΣτιμο επειδή κάποιος το αγαπούσε. Και η μεγαλύτερη ζημιά δεν ήταν οι ρωγμές του, αλλά το ότι έζησες μια ολόκληρη ζωή πιστεύοντας πως ένα λάθος σε κάνει ανάξιο να αγαπηθείς.»
Ο άνθρωπος σώπασε. Για πρώτη φορά κατάλαβε πως τόσα χρόνια δεν πάλευε με το γυαλί, αλλά με τη σκιά του παρελθόντος. Θυμήθηκε τότε τα λόγια της Αγίας Γραφής, που λένε πως :
«Ο Κύριος είναι κοντά σε εκείνους που έχουν συντριμμένη καρδιά και σώζει όσους έχουν ταπεινωμένο πνεύμα»
(Ψαλμός 33:19).
Ένιωσε πως η συντριβή που κουβαλούσε τόσα χρόνια δεν ήταν κατάρα, αλλά η χαραμάδα από την οποία η Θεία Χάρη ζητούσε να μπει στην καρδιά του.
Κι εκεί, ανάμεσα στα σπασμένα κομμάτια, άφησε επιτέλους να πέσει το βάρος που κουβαλούσε από παιδί.
Πήρε το επισκευασμένο βάζο και το τοποθέτησε στο παράθυρο, εκεί που η ανατολή συναντά το δωμάτιο. Οι ρωγμές φαίνονταν καθαρά. Όμως, καθώς το πρωινό φως αγκάλιαζε το γυαλί, οι ρωγμές δεν έκρυβαν το σκοτάδι — διαθλούσαν τον ήλιο, γεμίζοντας τους τοίχους με μικρές, χρυσές ανταύγειες.
Χαμογέλασε. Γιατί κατάλαβε πως ακόμη κι όσα έχουν ραγίσει, μπορούν να αφήσουν το φως να περάσει μέσα από τις πληγές τους.





0 Σχόλια