Στην άκρη ενός μικρού μονοπατιού υπήρχε μια παλιά αμυγδαλιά. Τα κλαδιά της είχαν γνωρίσει δυνατούς ανέμους, τα φύλλα της είχαν διψάσει σε καλοκαίρια άνυδρα και ο κορμός της είχε σημαδευτεί από τον χρόνο . Κι όμως, κάθε άνοιξη, χωρίς θόρυβο και χωρίς να ζητά τίποτε από κανέναν, γέμιζε με άνθη. Κάτω από τη σκιά της υπήρχε ένα ξύλινο παγκάκι. Κάθε απόγευμα περνούσε από εκεί ένας ηλικιωμένος άντρας. Καθόταν, άφηνε το μπαστούνι του δίπλα του και κοιτούσε τον ορίζοντα. Δεν έκανε τίποτε σπουδαίο. Δεν προσπαθούσε να λύσει τα προβλήματα του κόσμου.…
Κάποτε, ένας άνθρωπος περπατούσε κάθε μέρα κρατώντας σφιχτά ένα μικρό κλειδί στην παλάμη του. Ήταν το κλειδί ενός σπιτιού που αγαπούσε, ενός σπιτιού που ήθελε να προστατεύσει από κάθε κίνδυνο. Φοβόταν μήπως χαθεί, μήπως κάποιος τού το πάρει, μήπως μια μέρα δεν μπορέσει να επιστρέψει εκεί όπου ένιωθε ασφαλής. Ακόμη και στον ύπνο του το κρατούσε. Κι όταν κουραζόταν, δεν το άφηνε· πίστευε πως, αν χαλάρωνε έστω για λίγο, όλα θα μπορούσαν να χαθούν. Μια μέρα, ένας σοφός άνθρωπος τον ρώτησε: «Παιδί μου, ποιος σου είπε πως πρέπει να κρατάς μόνος σ…
Social Plugin